H “οικονομική διακυβέρνηση” της ΕΕ στην πράξη (Μέρος ΙΙ)

24 Ιαν.
Γιώργος Βασσάλος, αναδημοσίευση από το Αριστερό blog
Στις 20 Δεκεμβρίου 2012, δημοσιεύσαμε το άρθρο “Η επίθεση εργοδοσίας και Κομισιόν στα εργατικά δικαιώματα σε όλη την Ευρώπη – Η οικονομική διακυβέρνηση στην πράξη”. To άρθρο αυτό εξηγούσε το νέο νομοθετικό οπλοστάσιο που έχει στη διάθεσή της η ΕΕ για να επιβάλει διάφορα μέτρα διάλυσης των κοινωνικών κατακτήσεων. Ανέλυε επίσης την έντονη επιρροή της πανευρωπαϊκής συνοποσμπονδίας βιομηχάνων (BusinessEurope) στα μέτρα που προτείνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν). Στο παρόν δεύτερο μέρος  θα δούμε πιο λεπτομερειακά τις αλλαγές που προωθούνται μέσω της νέας οικονομικής διακυβέρνησης σε ορισμένες χώρες, εκτός μνημονίων, ωστέ να κατανοήσουμε τον δομικά αντεργατικό ρόλο που παίζει η ΕΕ. Υπενθυμίζουμε τους τρεις άξονες πάνω στους οποίους κινούνται οι συστάσεις της ΕΕ προς όλα τα κράτη μέλη, οι οποίοι συμπίπτουν με τις προτεραιότητες της BusinessEurope:

  1. Μεταρρύθμιση των τρόπων διαπραγμάτευσης και καθορισμού των μισθών.
  2. Προώθηση των «ενεργών αγορών εργασίας» και της κινητικότητας των εργαζομένων από χώρα σε χώρα κι από κλάδο σε κλάδο αυξάνοντας τα όρια συνταξιοδότησης, περιορίζοντας την πρόσβαση στα επιδόματα ανεργίας και απελευθερώνοντας τις απολύσεις.
  3. «Βελτίωση» της αλληλεπίδρασης φορολογικού και προνοιακού συστήματος με τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών στην κοινωνική πρόνοια, και τα κρατικά έσοδα γενικά, και την αύξηση των έμμεσων φόρων.

Βέλγιο

Το Δεκέμβριο του 2011, το Βέλγιο σχημάτισε κανονική κυβέρνηση μετά από ενάμιση χρόνο υπηρεσιακής κυβέρνησης που δεν είχε τη διακαιοδοσία  να περάσει αναδιαρθρώσεις λιτότητας μεγάλου βεληνεκούς.[1] To οικονομικό πρόγραμμα στο οποίο συμφώνησαν οι κυβερνητικοί εταίροι ήταν σε μεγάλο μέρος μια εξειδίκευση των συστάσεων που έκανε η Κομισιόν στο Βέλγιο το 2011. Πιέσεις είχαν εξάλλου ασκηθεί από την ΕΕ για τον ίδιο το σχηματισμό της κυβέρνησης αφού τα μέτρα ήταν «επείγοντα».

Η πρώτη από αυτές τις συστάσεις αφορούσε στη “μεταρρύθμιση της τιμαριθμικής προσαρμογής” και “του συστήματος διαπραγμάτευσης των μισθών” των οποίων “η εξέλιξη” πρέπει να “αντιστοιχεί τις εξελίξεις στην παραγωγικότητα της εργασίας και την ανταγωνιστικότητα”.[2]

Το Βέλγιο έχει από το 1996 ένα “νόμο για την ανταγωνιστικότητα” που καθιέρωσε τη  “μισθολογική νόρμα”. Αυτή προβλέπει ότι το εργατικό κόστος στο Βέλγιο δεν πρέπει να αυξάνεται γρηγορότερα από το μέσο όρο τριών όμορων χωρών: της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ολλανδίας. Το Λουξεμβούργο είναι εξίσου όμορο αλλά λόγω του ισχυρού συστήματος αυτόματης τιμαριθμικής προσαρμογής του θα ανέβαζε πολύ το μέσο όρο. Έτσι λοιπόν δε συμπεριλήφθηκε.

Η κυβέρνηση συμπεριέλαβε από την αρχή στο πρόγραμμά της την αναθεώρηση και αυστηροποίηση του νόμου του 1996, αλλά περίμενε να περάσουν οι εκλογές στα συνδικάτα το Μάη του 2012 και οι δημοτικές εκλογές τον Οκτώβρη, για να βγάλει ένα συγκεκριμένο νομοσχέδιο από το συρτάρι της.

Τον Απρίλη του 2012, η βελγική κυβέρνηση κατέθεσε το “Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεών” της στη Κομισιόν, το οποίο έλεγε: «H μισθολογική νόρμα με βάση το νόμο του 1996 θα εφαρμοστεί απαρέκλιτα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποφάσισε, σε συμφωνία και με το Σύμφωνο για το Ευρώ, ότι το πραγματικό μισθολογικό κόστος το 2012 μπορεί να αυξηθεί μέχρι 0,3% μάξιμουμ (κι αυτό αφού το 2011 πάγωσαν οι πραγματικοί μισθοί). Οι συλλογικές συμβάσεις που δε τηρούν αυτό το όριο δε θα επικυρωθούν με βασιλικό διάταγμα ωστέ να έχουν υποχρεωτική ισχύ”.[3]

Οι συστάσεις της Κομισιόν για το 2012 (Μάης) επανέλαβαν το αίτημα για “μεταρρύθμιση του συστήματος διαπραγμάτευσης των μισθών και της τιμαριθμικής προσαρμογής σε διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους” εξειδίκευοντας ακόμα περισσότερο το ποιο θα πρέπει να ήταν το περιεχόμενο της μεταρρύθμισης:[4] 1) “να εξασφαλίσει η δυνατότητα αυτόματων διορθώσεων στους μισθούς για την προσαρμογή στη μισθολογική νόρμα” και 2)“να διευκολύνει τη χρήση εξαιρέσεων από τις κλαδικές συμβάσεις ωστέ να αντιστοιχούνται οι μισθοί με την παραγωγικότητα σε τοπικό επίπεδο”.

Η κυβέρνηση άρχισε να εφαρμόζει άμεσα τις κατευθύνσεις αυτές χωρίς να περιμένει την αλλαγή του νόμου, όπως είχε ήδη ξεκαθαρίσει στο πρόγραμμα που είχε καταθέσει τον Απρίλη. Έτσι λοιπόν το Σεπτέμβρη του 2012, η υπουργός εργασίας αποφάσισε να μπλοκάρει 25 συμφωνημένες συλλογικές συμβάσεις από το να γίνουν υποχρεωτικές με το επίχειρημα ότι ξεπερνούσαν τη μισθολογική νόρμα. Στην ουσία η υπουργός παραβίαζε τους εν ισχεί νόμους που διασφαλίζουν την “ελεύθερη διαπραγμάτευση”.[5]

Τις πρώτες μέρες του 2013, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θέλει να περάσει το νέο νόμο “μέχρι το τέλος του μήνα” χωρίς κανέναν απολύτως διάλογο με τα συνδικάτα. H FGTB, το ένα από τα δύο μεγάλα συνδικάτα της χώρας, έχει δηλώσει την αντίθεση του στο νομοσχέδιο. Η κυβέρνηση θέλει η σύγκριση να μη γίνεται πλέον με βάση τις προβλέψεις των μισθολογικών αυξήσεων σε Γαλλία, Γερμανία και Ολλανδία αλλά με βάση την πραγματική τους εξέλιξη στα δύο προηγούμενα χρόνια, η οποία είναι πάντα ασθενέστερη των προβλέψεων. Θέλει επίσης να περιλαμβάνονται στον υπολογισμό οι προβλεπόμενες αυξήσεις στο Βέλγιο για τα επόμενα δύο χρόνια, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι η απόσταση ανάμεσα στο (ονομαστικό) επίπεδο των μισθών στο Βέλγιο και τις γύρω χώρες μειώνεται. Στο Βέλγιο ο (κουτσουρεμένος) τιμάριθμος προβλέπει αυξήσεις γύρω στο 2%, ενώ στην Ολλανδία οι αυξήσεις είναι γύρω στο 1,7%. Λόγω της στασιμότητας ή καθοδικής πορείας των πραγματικών μισθών σε όλες αυτές τις χώρες, ενώ το 1996 το περιθώριο αυξήσεων με βάση τη νόρμα ήταν 6%, από το 2009 κι έπειτα περιορίζεται στο επίπεδο του τιμάριθμου. Η ίδια η κυβέρνηση λέει τώρα ότι η εφαρμογή του μέτρου θα παγώσει  τους μισθούς για έξι χρόνια. Η κυβέρνηση προβλέπει επίσης την επιβολή ποινών στους κλάδους που θα παραβιάζουν τη νόρμα.[6]

Η Κομισιόν χρησιμοποιεί για να πιέσει και το γεγομός ότι το Βέλγιο βρέθηκε πολύ κοντά στην παραβίαση του δείκτη του μοναδιαίου εργατικού κόστους που περιλαμβάνεται στον πίνακα για την εποπτεία των μακρό‐οικονομικών ανισορροπιών της οικονομικής διακυβέρνησης (η αύξηση του λόγου της μέσης ονομαστικής αμοιβής ανά εργαζόμενο προς το ΑΕΠ της εκάστοτε χώρας ανά εργαζόμενο να μη ξεπερνάει το 9% σε τρία χρόνια).

Η Κομισιόν και η βελγική αστική τάξη δε ζητούν τίποτα λιγότερο από την ολική κατεδάφιση ενός από τα πιο προοδευτικά συστήματα συλλογικής διαπραγμάτευσης στη Δυτική Ευρώπη που κατακτήθηκε μετά από πάνω από 100 χρόνια εργατικών αγώνων. Ενώ η κυβέρνηση υπολογίζει τη μισθολογική διαφορά με τις γύρω χώρες στο 3,4%, η ομοσπονδία βιομηχάνων (FEB) την υπολογίζει στο 20% και το φλαμανδικό ακροδεξιό κόμμα N-VA στο 25%.

Σε ότι αφορά τις άλλες δύο προτεραιότητες της Κομισιόν και της εργοδοσίας, η κυβέρνηση έχει κάνει σταθερά βήματα. Το Δεκέμβρη του 2011 με βασιλικό διάταγμα αύξησε τα ηλικιακά όρια και τα εργάσιμα χρόνια που χρειάζονται για να βγει κανείς σε πρόωρη συνταξιοδήτηση.[7] Το Νοέμβρη του 2012, με άλλο βασιλικό διάταγμα περιόρισε το χρόνικό διάστημα και το ποσό του επιδόματος ανεργίας[8]: μετά από 48 μήνες όλοι οι δικαιούχοι θα πέφτουν στο επίπεδο του επιδόματος φτώχειας.

Και αυτή τη μεταρρύθμιση η κυβέρνηση την άφησε για αμέσως μετά τις δημοτικές εκλογές γιατί είχε άμεσες συνέπειες σε πάνω από τους μισούς δικαιούχους επιδομάτων (σε 170 με 190 από τους 300 χιλιάδες συνολικά).[9] Πολλοί από αυτούς είναι ήδη κάτω από τα όρια της φτώχειας, αλλά η μεταρρύθμιση θα φέρει σύντομα εκεί τη μεγάλη τους πλειοψηφία. Πολλοί θα πρέπει να κάνουν αίτηση για ενίσχυση από τα ταμεία φτώχειας (CPAS), ωστέ να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Τα ταμεία αυτά διαχειρίζονται οι δήμοι με τους προϋπολογισμούς τους. Το αυξημένο βάρος που πέφτει στις πλάτες τους συνδυάζεται με την αύξηση των χρεών τους λόγω του ναυαγίου της Dexia (που ήταν βασικά η τράπεζα των δήμων) και τη μηδενική αύξηση της κρατικής χρηματοδότησής τους. Τα συνδικάτα εκτιμούν ότι 22 με 27 χιλιάδες απόφοιτοι πανεπιστημίων θα αποκλεισθούν εντελώς από τα επιδόματα ανεργίας μέχρι το 2015. Το 2011, έντεκα χιλιάδες άνθρωποι είχαν αποκλεισθεί απο τα επιδόματα ανεργίας, γεγονός που κόστισε στους δήμους €52 εκατομύρια.[10] Τα ταμεία φτώχειας δεν έχουν δυνατότητες να ανταποκριθούν στην επερχόμενη αύξηση της φτώχειας και της ανεργίας. Το 2011 κι ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν 2% δημιουργήθηκαν 56 χιλιάδες θέσεις εργασίας.[11] Με την αναμενόμενη στασιμότητα για το 2013 οι θέσεις θα είναι ακόμα λιγότερες για τους πάνω από 300.000 ανέργους. Πολύς κόσμος θα πεταχθεί λοιπόν στο δρόμο.

Γαλλία

Σε συμφωνία με τις προτεραιότητες της BusinessEurope, η Γαλλία μείωσε το 2011 τη σημαντικότητα των κλαδικών συμβάσεων φέρνοντας πολλές από αυτές κοντά στο επίπεδο του ελάχιστου μισθού. Το πρόγραμμα που κατέθεσε στην Κομισιόν η απερχόμενη κυβέρνηση υπό τον Σαρκοζί για το 2012 έλεγε: “από τις 30 Νοεμβρίου 2011, το 91% των συμβάσεων ‘γενικής κατηγορίας’, το 87% των συμβάσεων στο μέταλλο και όλες εκτός μίας σύμβασης στις κατασκευές καθιέρωναν μισθολογικές κλίμακες οπού οι αρχικοί μισθοί ήταν ίδιοι με τον ελάχιστο μισθό”. Έλεγε επίσης ότι από το Γενάρη του 2012, η κυβέρνηση πήρε πρωτοβουλίες για την προς τα κάτω αναθεώρηση κι άλλων συμβάσεων πριν αυτές λήξουν. Στόχος ήταν η προώθηση “ελαστικών ωραρίων και μισθών που να επιτρέπουν στις εταιρείες να προσαρμοστούν στις διακυμάνσεις της οικονομικής ανάπτυξης”.[12]

Το αίτημα της Κομισιόν να παγώσει ο ελάχιστος μισθός το 2011 είχε ικανοποιηθεί. Η Κομισιόν ζήτησε το πάγωμα να ισχύσει και το 2012.[13] Η νέα σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση ανακοίνωσε μια αύξηση 2% που σήμαινει 0.6% πάνω από τον επίσημο τιμάριθμο.[14]

Όσο αφορά την “ενεργοποίηση της αγοράς εργασίας” η Κομισιόν επέμεινε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά οτί η κυβέρνηση θα πρέπει να εξασφαλίσει “την παραμονή των πιο ηλικιωμένων εργαζόμενων για περισσότερα χρόνια στη δουλειά”. Έτσι λοιπόν το 2011, “υπογράφηκαν περισσότερες κλαδικές συμβάσεις που να προωθούν θέσεις εργασίας για πιο ηλικιωμένους εργαζόμενους”. “Η συμμετοχή των πιο ηλικιωμένων στη αγορά εργασία αυξήθηκε κατά 2,8% από το 2010 στο 2011”, σύμφωνα πάντα με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που κατέθεσε η  γαλλική κυβέρνηση στην Κομισιόν.

Σχετικά με την “αλληλεπίδραση φορολογικού και προνοιακού συστήματος”, η Κομισιόν ζήτησε “να μετατοπιστεί το φορολογικό βάρος από τη φορολογία της εργασίας [σσ. δηλαδή στην ουσία των εργοδοτών] σε άλλες μορφές φορολόγησης (…) και ιδιαίτερα σε περιβαλλοντικούς και καταναλωτικούς φόρους” και κάλεσε την κυβέρνηση “να αναθεωρήσει τα υπάρχοντα μειωμένα ποσοστά του ΦΠΑ” . Ο Σαρκοζί μείωσε τις εργοδοτικές εισφορές στην κοινωνική ασφάλιση και αύξησε το ΦΠΑ από 19.6% στο 21.2%. Με το που ανέλαβε ο Ολλάντ το Ιούλιο του 2012, κατάργησε την αύξηση αυτή. Αλλά το Νοέμβριο ανακοίνωσε μια αύξηση στο 20% που θα ισχύσει από τις αρχές του 2014.

Η ναυαρχίδα, ωστόσο της οικονομικής πολιτικής του Ολλάντ είναι το (γαλλικό) “σύμφωνο για την ανταγωνιστικότητα”[15]. Αυτό προβλέπει μια φοροελάφρυνση στις εταιρείες με σκοπό τη μείωση του εργατικού κόστους κατά 4% το 2013 και 6% κατά μέσο όρο από το 2014 ως το 2016 ή αλλιώς €45 δισ. συνολικά[16] . Η ομοσπονδία Γάλλων βιομηχάνων (MEDEF) εξέφρασε “συγκρατημένο ενθουσιασμό” για το μέτρο αυτό.[17]  Μισό από το φορολογικό κενό που θα δημιουργηθεί λόγω αυτού θα καλυφθεί από περικοπές και το άλλο μισό από την άυξηση στο ΦΠΑ και τους “περιβαλλοντικούς” φόρους.

Στις αρχές Γενάρη 2013, η κυβέρνηση και η εργοδοσία κατέληξαν σε μια συμφωνία με τα πιο συντηρητικά συνδικάτα CFDT, CGC και CFTC για την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων. Σύμφωνα με τον αστικό τύπο της Γαλλίας πρόκειται για τις πιο σημαντικές αλλαγές από το 1984.[18]

Τα αριστερά συνδικάτα CGT και FO αρνήθηκαν να υπογράψουν και κατήγγειλαν τη συμφωνία.[19] Αυτή αναγνωρίζει το δικαίωμα στις εταιρείες να μειώνουν τις μισθούς και / ή τις ώρες δουλειάς όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες. ‘Ετσι λοιπόν, η συμφωνία του Ολλάντ ολοκληρώνει την προσπάθεια που είχε υποσχεθεί στην Κομισιόν να αναλάβει ο Σαρκοζί. Η Laurence Parisot πρόεδρος της MEDEF χαιρέτισε τη συμφωνία λέγοντας ότι “σηματοδοτεί την έλευση μιας κουλτούρας συμβιβασμού μετά από δεκαετίες μιας φιλοσοφίας του κοινωνικού ανταγωνισμού”.

Με αυτή τη συμφωνία η Γαλλία κάνει και τα πρώτα βήματα στην κατεύθυνση που της υποδεικνύει η Κομισιόν εδώ και δύο χρόνια: τη χαλάρωση της προστασίας της εργασίας και την απελευθέρωση των απολύσεων. Η συμφωνία μειώνει την περίοδο που ένας απολυμένος εργαζόμενος μπορεί να καταφύγει στη δικαιοσύνη και την περίοδο που η δικαιοσύνη μπορεί να παρέμβει.[20]

H κυβέρνηση πρέπει τώρα να μετατρέψει σε νόμο τη συμφωνία και τα συνδικάτα που συμφώνησαν πρέπει να την εγκρίνουν στα εθνικά τους συμβούλια. Η κυβέρνηση φέρεται να θεωρεί τη συμφωνία προαπαιτούμενο για να “ξεκινήσει τον αγώνα ενάντια στις υποδομές της ανεργίας που λαμβάνουν €3,13 εκατομύρια των Γάλλων πολιτών” όπως γράφει κυνικά ο αστικός τύπος, παρότι πρόκειται για σταγόνα στον ωκεανό μπροστά δισ που θα χαθούν με τις φοροαπαλλαγές στους εργοδότες. Σύμφωνα με το ίδιο μέσο, “η Γαλλία ελέγχεται από τους οίκους αξιολόγησης και τις Βρυξέλλες ως μία από τις τελευταίες χώρες της ΕΕ που δεν έχουν ξεκινήσει μια μεταρρύθμιση στον τομέα αυτό”.[21]

Γερμανία

H BusinessEurope και η Κομισιόν ζητούν από τη Γερμανία να μεταρρυθμίσει του μηχανισμούς διαπραγμάτευσης και καθορισμού των μισθών. Ένα πιο εξειδικευμένο αίτημα της  BusinessEurope είναι “η νομική καθιέρωση της αρχής μία εταιρεία – μία συλλογική σύμβαση (Tarifeinheit)».

Εκ πρώτης μπορεί να φαίνεται μία όχι και τόσο παράλογη θέση. Αλλά η ένωση Γερμανών βιομηχάνων (BDA) τη χρησιμοποεί ως μοχλό για να πετύχει: 1) την περαιταίρω αποδυνάμωση των κλαδικών συμβάσεων και 2) τον περιορισμό του δικαιώματος στην απεργία. Η ΒDA θέλει οι απεργίες να είναι παράνομες σε μια εταιρεία όσο η συλλογική σύμβαση είναι σε ισχύ, ακόμα και για τα μειοψηφικά συνδικάτα που έχουν υπογράψει κάποια άλλη σύμβαση. Η οργάνωση ομπρέλα των γερμανικών συνδικάτων DGB άρχισε, τον Ιούλιο του 2012, συνομιλίες για την υπογραφή μιας συμφωνίας με την BDA που θα καθιέρωνε την αρχή αυτή.[22]  Έλπιζε οτι θα μπορούσε έτσι να περιορίσει το φαινόμενο δημιουργίας μικρών και πιο διεκδικιτικών σωματείων. Τελικά, η συμφωνία δεν υπογράφηκε λόγω και πιέσεων από τη βάση.

Με το ποσοστό κάλυψης των κλαδικών συμβάσεων σε κάθετη πτώση εδώ και δύο δεκαετίες, η ενίσχυση του νομικού καθεστώτος των εταιρικών συμβάσεων θα ερχόταν να ενισχύσει την τάση αυτή. Τα συνδικάτα θα πιέζονταν περισσότερο από τα επιχειρήματα της εργοδοσίας σχετικά με την ανταγωνιστικότητα. Επίσης, αν υπάρξει συμφωνία έτσι όπως τη θέλει η BDA το αίτημα του γερμανικού ριζοσπαστικού συνδικαλιστικού κινήματος για νομιμοποίηση των απεργιών αλληλεγγύης και των πολιτικών απεργιών θα απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο από την ικανοποίησή του.

Το νούμερο ένα εργαλείο για την υποβάθμιση, τις τελευταίες δεκαετίες, του παραδοσιακού γερμανικού μοντέλου καθορισμού μισθών που βασιζόταν στις κλαδικές συμβάσεις ήταν το άνοιγμα των αγορών. Αυτό έφερε νέους εργοδότες στην αγορά που δεν καλύπτονταν από τις κλαδικές συμβάσεις. Σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ, η νομοθεσία δεν τους υποχρέωνε να συμμορφωθούν με αυτές. Το γεγονός αυτό δημιούργησε έναν ακραίο κατακερματισμό στη δομή των μισθών. Μόλις πρόσφατα η κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει τις κλαδικές συμβάσεις υποχρεωτικές, αλλά καθυστερεί πολύ στην εφαρμογή της απόφασής της. Τον Ιούνιο του 2011, εννιά συμβάσεις έγιναν υποχρεωτικές. Παρότι, πολλές από αυτές ορίζουν μάλλον χαμηλούς μισθούς, η BDA παρεμβαίνει συχνά κι εμποδίζει την πρακτική εφαρμογή τους.[23]  Η κυβέρνηση αρνείται επίσης να ικανοποιήσει το αίτημα των συνδικάτων για την καθίερωση εθνικού ελάχιστου μισθού.

22 χρόνια μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, τα επίπεδα μισθών που καθορίζουν οι συλλογικές συμβάσεις είναι ακόμα διαφορετικά στα δύο μέρη της χώρας.[24] Οι μισθοί που συμφωνήθηκαν το 2011 ήταν συχνά μεγαλύτεροι από το 2010, αλλά αφού ο πληθωρισμός ανέβηκε πιο πολύ, σε πολλές περιπτώσεις δεν υπήρξαν πραγματικές αυξήσεις.[25] Το 2012 υπήρξε μια αύξηση κατά 0,7% του μέσου πραγματικού μισθού,[26] μετά από δέκα χρόνια παγώματος.[27]  Όλα αυτά, όμως, δεν αφορούν καθόλου ένα αυξανόμενο ποσοστό εργαζόμεων μένει εκτός κάλυψης από κάθε συλλογική σύμβαση (37% στη Δύση και 51% στην Ανατολή το 2011).[28]

Στις συστάσεις της, η Κομισιόν επέμεινε ότι η Γερμανία πρέπει να “δημιουργήσει τις συνθήκες ωστέ οι μισθοί να αυξάνονται ανάλογα με την παραγωγικότητα”. Σε περίπτωση στασιμότητας ή ύφεσης – από τις οποίες η γερμανική οικονομία δεν έχει ανοσία όπως μοιάζει να πιστεύουν πολλοί –  οι πραγματικοί μισθοί θα πέσουν. Οι μειώσεις στην υπόλοιπη ΕΕ τους τραβάν προς τα κάτω.

Στο αίτημα της BusinessEurope για περισσότερο “ενεργές αγορές εργασίας με περισσότερη εργασιακή κινητικότητα”, η Γερμανία απάντησε αυτοσυγχαιρόμενη στο εθνικό πρόγραμμα που κατέθεσε στην Κομισιόν για το 2012: “οι μεταρρυθμίσεις στη Γερμανία έχουν δημιουργήσει μια πολύ πιο ευέλικτη και ανθεκτική αγορά εργασίας (…) μέσω της μεγαλύτερης θέλησης των αναζητώντων εργασία να συμβιβαστούν όταν αναλαμβάνουν μια δουλειά. Επιπρόσθετα, το νομικό πλαίο για την προσωρινή εργασία, την περιθωριακή απασχόληση, τους βραχυπρόθεσμους εργασιακούς διακανονισμούς, τη μερική και ορισμένου χρόνου απασχόληση έχει παραπέρα ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια”.

Το παρακάτω σχήμα δείχνει πώς η μερική απασχόληση έχει αυξηθεί στη Γερμανία σε βάρος της πλήρους:

Η επέκταση αυτή της μερικής απασχόλησης έχει συμβάλει πολύ στην αύξηση των κακά αμειβόμενων εργαζομένων. Οι μερικώς απασχολούμενοι αποτελούν γύρω στο 26% της εργατικής δύναμης της Γερμανίας[29] και γύρω στο 50% των χαμηλόμισθων. Οι μερικώς απασχολούμενοι πληρώνονται κατά μέσο όρο €6,68 την ώρα δηλαδή κάτω από το μισό αυτού που καθορίζει ο μέσος όρος των συλλογικών συμβάσεων. Ένας στους έξι εργαζόμενους  στη Γερμανία κινείται γύρω στα όρια των φτώχειας.[30] Ποσοστό που θα εκτιναχθεί σε ενδεχόμενη ύφεση όπως έγινε και σε χώρες όπως η Ελλάδα ή η Ισπανία.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ξεκαθαρίζει στο εθνικό της πρόγραμμα ότι “θα συνεχίσει να διασφαλίζει και να επεκτείνει την ελαστικότητα και την αποτελεσματικότητα που έχει ήδη επιτευχθεί στην αγορά εργασίας”, για παράδειγμα “αλλάζοντας τους κανόνες για το αφορολόγητο των μακροχρόνια ανέργων”. Μια τέτοια αλλαγή θα ήταν σε πλήρη στοίχηση με τη σύσταση της Κομισιόν να “συνεχίσει να παίρνει τα κατάλληλα μέτρα ενεργοποίησης και ενσωμάτωσης, ιδιαίτερα για τους μακροχρόνια άνεργους”.[31]

Λουξεμβούργο

Η μεταρρύθμιση του τρόπου καθορισμού των μισθών και το αδυνάτισμα του συστήματος τιμαριθμικής προσαρμογής μέχρι την ολική κατάργησή του είναι οι προτεραιότητες της BusinessEurope  για το μικροσκοπικό δουκάτο.

Το εθνικό πρόγραμμα που κατέθεσε η κυβέρνηση του για το 2012 ανακοίνωνε τη ματαίωση της προσαρμογής των μισθών στον τιμάριθμο (ΑΤΑ) μέχρι το τέλος του 2011. Τα συνδικάτα δέχτηκαν το μέτρο αυτό. Η κυβέρνηση θα αναβάλλει την προσαρμογή αυτή και θα την κάνει πιο σπάνια από ότι προβλέπεται κανονικά, για όλες τις χρονιές μέχρι και το 2014. Η πολιτική αυτή θα οδηγήσει  €443 εκατομύρια από τις τσέπες των εργαζομένων σε αυτές των εργοδοτών, €79 εκατομυρία εκ των οποίων στο δημόσιο τομέα.

Το 2011 το Λουξεμβούργο υιοθέτησε μια αρκετά πρωτότυπη πολιτική: αποζημίωσε τους εργοδότες για την αύξηση του ελάχιστου μισθού καταβάλλοντας το ποσό της διαφοράς δαπάνης στο ασφαλιστικό ταμείο των εργοδοτών. Με αυτό τον τρόπο, τα λεφτά που πήραν από τη μία τσέπη οι εργαζόμενοι ως μισθολογική αύξηση, τα έχασαν από την άλλη, αφού πλήρωσαν την αύξηση αυτή στην ουσία με τους φόρους τους. Το μέτρο αυτό θα εφαρμοστεί για τα επόμενα πέντε χρόνια.[32]

Η Κομισιόν θέλει η χαλάρωση της τιμαριθμικής προσαρμογής να ισχύσει και πέρα του 2014 και να μειωθεί η βαρύτητα “των τιμών της ενέργειας και άλλων ευμετάβλητων τιμών στον υπολογισμό του τιμάριθμου”.[33] Θέλει δηλαδή να αχρηστεύσει την ΑΤΑ που στοχεύει ακριβώς στη διασφάλιση της κάλυψης των αναγκών των πολιτών απέναντι σε τιμές που σκαρφαλώνουν στα ύψη. Η κυβέρνηση είπε ότι θα επιστρέψει στην κανονική ΑΤΑ το 2015 αλλά είναι αμφίβολο αν αυτό θα συμβεί μέσα στον κυκεώνα της κρίσης και των εργοδοτικών πιέσεων.

Σουηδία

Η σουηδική αγορά εργασίας έχει ευρεία κάλυψη από τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις. Η BusinessEurope θεωρεί την επίδοδη της Σουδίας στις μεταρρυθμίσεις “μη ικανοποιητική”. Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να κάνει κάποιες προσαρμογές στον υπάρχον νόμο σχετικά με τις προσλήψεις νέων εργαζόμενων. Η Κομισιόν όμως πιέζει για μια πιο γενική μεταρρύθμιση.

Η κυβέρνηση είχε αποφασίσει τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών κι ένα μειωμένο ΦΠΑ στα εστιατόρια και τον επισιτισμό ωστέ να ενθαρυνθούν οι προσλήψεις νέων.[34] Η Κομισιόν ζήτησε την άμεση κατάργηση του μέτρου τονίζοντας ότι είναι σε κάθε περίπτωση υπέρ του ενιαίου ΦΠΑ ωστέ να στηρίζεται η μετατόπιση του κέντρου βάρους της φορολογίας από τα εισοδήματα στην κατανάλωση (δηλαδή από τους πλούσιους προς του φτωχούς).[35] Το 2011, η Κομισιόν είχε ζητήσει από τη Σουηδία και τη μείωση του φόρου περιουσίας.

Ουγγαρία

Η Ουγγαρία είναι η χώρα που έφτασε πιο κοντά στο να υποστεί τις κυρώσεις που προβλέπει η νέα οικονομική διακυβέρνηση. Τα κονδύλια από το ταμείο συνοχής για το 2013 είχαν παγώσει για δυόμιση μήνες μέχρι να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της Κομισιόν για τη μείωση του ελλείματος. Η Ουγγαρία ήταν επίσης υπό πρόγραμμα μνημονίου μέχρι το 2010 και σήμερα βρίσκεται σε συνομιλίες για να ξαναμπεί σε πρόγραμμα. Τόσο η Κομισιόν όσο και η BusinessEurope συνέστησαν εργασιακή μεταρρύθμιση για την προώθηση της “εργασιακής κινητικότητας”.

Ένας νέος εργατικός κώδικας μπήκε σε εφαρμογή το Γενάρη του 2012 επεκτείνοντας τη μερική απασχόληση σε βάρος της πλήρους και αδυνατίζοντας το δικαίωμα των συνδικάτων να εκπροσωπούν τους εργάτες.

Στο πρόγραμμα της για το 2012, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε επίσης στην ολική εξάλειψη της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης και στην προώθηση της απασχόλησης των αναπήρων διατηρώντας στην αγορά εργασίας “άτομα που είναι προς το παρόν ανενεργά λόγω της επιδείνωσης της υγείας τους αλλά που είναι ικανά για αμοιβόμενη εργασία”.

Το Σεπτέμβρη του 2011, η Ουγγαρία αύξησε το ΦΠΑ από 25% σε 27%[36] που είναι το υψηλότερο στην ΕΕ.[37] Παρόλαυτα, η Κομισιόν συνέστησε ακόμα χαμηλότερους φόρους στη βάση συμβολαίων εργασίας και περισσότερους ενεργειακούς φόρους.[38]

Σλοβενία

Η προηγούμενη σλοβενική κυβέρνηση έχασε δημοψήφισμα σχετικά με την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης στις 5 Ιούνη 2011. Στις συστάσεις της για το 2012, η Κομισιόν επέμενε και πάλι ότι τα όρια πρέπει να αυξηθούν. Η νέα κυβέρνηση – που εκλέχτηκε ανάμεσα σε άλλα και στη βάση του “Όχι” στο δημοψήφισμα αυτό – υποσχέθηκε να φέρει προς ψήφιση αλλαγές στο τωρινό καθεστώς αφού τις διαπραγματευτεί “όσο είναι δυνατό” με τους κοινωνικούς εταίρους. Ανακοίνωσε δε τη μείωση “όσων συντάξεων δε βασίζονται σε εισφορές”.[39]

Το 2012, η κυβέρνηση πάγωσε τους μισθούς του δημοσίου τομέα κατακρατώντας €120 εκατομύρια από μισθούς. Κατακράτησε επίσης €100 εκατομύρια από συντάξεις και €75 εκατομύρια από επιδόματα. Οι πραγματικοί μισθοί στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηξαν μόνο κατά 0,2%. Η Κομισιόν ζητά εργασιακή μεταρρύθμιση που να χαλαρώσει την προστασία της εργασίας και τους όρους των μόνιμων συμβολαίων. Η κυβέρνηση προτίθεται επίσης να μειώσει τους εταιρικούς φόρους και να αυξήσει το ΦΠΑ σε ορισμένα προϊόντα, σε στοίχιση με τις συστάσεις της Κομισιόν.[40]

Ένα αξιοσημείωτο κύμα διαμαρτυρίας απο τους πολίτες της Σλοβενίας λαμβάνει χώρα τους τελευταίους μήνες.[41]

Ιταλία

Η BusinessEurope χαιρέτησε “τα σημαντικά μεταρρυθμιστικά μέτρα που υιοθετήθηκαν στο τέλος του 2011” στην Ιταλία. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν το πάγωμα των μισθών στο δημόσιο τομέα, την αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης[42] και το αδυνάτισμα της τιμαριθμικής προσαρμογής των συντάξεων.[43]

Από τον Αύγουστο του 2011, η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι είχε περάσει νομοθεσία που επέτρεπε στις εταιρείες να διαπραγματεύονται σε επίπεδο εργοστασίου. Επρόκειτο για μια ρήξη με την ισχυρή ιταλική παράδοση κλαδικών συμβάσεων.[44] Η BusinessEurope και η Κομισιόν είχαν επιμείνει από το 2011 ότι η Ιταλία έπρεπε να “αποκεντρώσει” τη διαπραγμάτευση των μισθών και να απελευθερώσει τις απολύσεις. Η μεγαλύτερη ιταλική πολυεθνική, η Fiat,[45] χρησιμοποίησε τη νέα αυτή νομοθεσία, αποχωρώντας από την Confindustria ωστέ να επιβάλει ένα συμβόλαιο με όρους χειρότερους από αυτούς της γενικής σύμβασης μετάλου. [46]

H κυβέρνηση Μόντι κατέθεσε τον Απρίλη του 2012 το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της στην Κομισιόν. Στην εισαγωγή παρατηρούσε ότι «η αγορά εργασίας είναι αυτή τη στιγμή ευέλικτη μόνο όσο αφορά την πλευρά των προσλήψεων» κι ότι «οι αγκυλώσεις στην αγορά εργασίας είναι ανάμεσα στις δομικές αιτίες της επιβράνδυσης της οικονομίας».

Το πρόγραμμα περιλάμβανε τις εξής πολιτικές, μεταξύ άλλων:

  • παροχή περισσότερων μαθητειών (stage)
  • «λιγότερη αβεβαιότητα όσο αφορά το απότελεσμα δικαστικών διαδικασιών» σχετικά με καταχρηστικές απολύσεις
  • μείωση των αποζημιώσεων σε περίπτωση αδικαιολόγητων ή άκυρων απολύσεων
  • «ενθάρρυνση των δικαιούχων επιδομάτων να ενταχθούν στη αγορά εργασίας».[47]

Οι παραπάνω αλλαγές εγκρίθηκαν σε νόμο που ψήφισε το ιταλικό κοινοβούλιο τον Ιούνη του 2012. Η υπουργός εργασίας Ellsa Fornero είπε τότε προς υποστήριξή του: “η νοοτροπία των ανθρώπων πρέπει να αλλάξει. Η δουλειά δεν είναι δικαίωμα. Πρέπει να κερδηθεί, συχνά με θυσίες”.[48] Στις συστάσεις της για το 2012, η Κομισιόν κάλεσε την κυβέρνηση να “παρακολουθεί στενά κι αν χρειαστεί να ενισχύσει το νέο πλαίσιο καθορισμού των μισθών ωστέ να συμβάλλει στην αντιστοίχιση των μισθών με την παραγωγικότητα σε κλαδικό και επιχειρισιακό επίπεδο.[49]

Η Κομισιόν δε λησμόνησε επίσης να ζητήσει της αύξη του ΦΠΑ. Τον Οκτώβρη του 2012 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι από 1η Ιούλη 2013 το ΦΠΑ θα ανέβει από το 21% στο 22%.[50]

Ισπανία

Τον Ιούλη του 2012, η Ισπανία σύναψε με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Σταθερότητας (EFSF) ένα δάνειο ύψους €100 δισ. για να σώσει τις προβληματικές τράπεζές της. Σε αυτό επισυνάφθηκε ένα μνημόνιο με τους όρους. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν “η εφαρμογή μιας εργασιακής μεταρρύθμισης” και “πρόσθετα μέτρα για την αποτελεσματικότητα των πολιτικών για ενεργές αγορές εργασίας”.[51]

Η BusinessEurope χαιρέτησε τη θέληση της κυβέρνησης Rajoy να προχωρήσει σ’αυτή την κατεύθυνση. Το Φλεβάρη του 2012, πέρασε με διάταγμα την εργασιακή μεταρρύθμιση. Τα συνδικάτα διαμαρτυρήθηκαν: “όσο αφορά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις το διάταγμα παραβιάζε την εθνική συλλογική σύμβαση που είχε υπογραφεί λίγο καιρό πριν από τα συνδικάτα CCOO και UGT και τις εργοδοτικές οργανώσεις CEOE και CEPYME.»

Ανάμεσα στις αλλαγές που έφερε η μεταρρύθμιση αυτή ήταν οι εξής:

  • Οι διαπραγματεύσεις σε επίπεδο εταιρείας γίνονται ισχυρότερες από τις κλαδικές
  • Οι συμβάσεις που λήγουν κηρύσσονται άκυρες πριν την υπογραφή νέων
  • Διευκολύνονται οι απολύσεις και μειώνονται οι αποζημιώσεις
  • Οι δικαιούχοι επιδομάτων ανεργίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε δημόσιες υπηρεσίες[52]

Στο εθνικό πρόγραμμα που κατέθεσε η Ισπανία το 2012 αναφέρει ότι η εργασιακή μεταρρύθμιση ακολουθεί τις συστάσεις “διεθνών οργανισμών όπως το ΔΝΤ και η ΕΕ.[53]

Ο ξεκάθαρος στόχος των μεταρρυθμίσεων αυτών είναι η μείωση του εργατικού κόστους στην Ισπανία ως συμβολή στη διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της κερδοφορίας των ισπανικών και άλλων πολυεθνικών που είναι εγκατεστημένες στη χώρα. Ο παρακάτω πίνακας (από το εθνικό πρόγραμμα της Ισπανίας) δείχνει την εξέλιξη του εργατικού κόστους στα πρόσφατα χρόνια:

H πτωτική αυτή πορεία μεταφράστηκε σε μία μείωση κατα 5% των πραγματικών μισθών το 2012, ενώ μειώσεις υπήρχαν και τα προηγούμενα χρόνια.[54]

Στις συστάσεις για το 2012, η Κομισιόν ζήτησε την πλήρη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Επέστησε επίσης την προσοχή στην κυβέρνηση να εξασφαλίσει ότι “η ηλικία συνταξιοδότησης εξελίσσεται ανάλογα με το προσδόκιμό ζωής”.[55]

Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν αναφέρονταν στο πρόγραμμα του Λαϊκού Κόμματος (PP), με το οποίο κέρδισε τις εκλογές. Λόγος για τον οποίο τα συνδικάτα[56] και άλλες οργανώσεις ζητούν δημοψήφισμα γι’αυτές.[57]  Στην Ισπανία έχει σχηματιστεί η «κοινωνική σύνοδος κορυφής» (Cumbre Social) με πρωτοβουλία των δύο μεγάλων συνδικάτων και τη συμμετοχή 200 περίπου άλλων οργανώσεων και συλλογικοτήτων. Τη πρωτoβουλία αυτή στηρίζει και η Ενωμένη Αριστερά,[58] ενώ άλλες δυνάμεις όπως η CGT την καταγγέλουν ως διαχειριστική.[59]

Επίλογος

Τα μέτρα που επιβάλει η νέα οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ, μειώνουν ριζικά το περιθώριο συζητήσεων και αποφάσεων των εθνικών κοινοβουλίων. Οι πολιτικές που πρέπει να ακολουθηθούν έρχονται συνταγογραφημένες από τις Βρυξέλλες και δεν είναι αποτέλεσμα οποιασδήποτε δημόσιας συζήτησης στην εκάστοτε χώρα.

Σε επίπεδο Βρυξελλών, καθορίζονται μέσα από μια διαδικασία στην οποία οι εργοδοτικές οργανώσεις – συσπειρωμένες κυρίως γύρω από τη BusinessEurope – και οι πολυεθνικές έχουν πολύ καλή πρόσβαση και οι απόψεις τους βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη ομάδα συμφερόντων και κυρίως με την εργασία που είναι εντελώς αποκλεισμένη από τις αποφάσεις.

Στα κράτη μέλη τα μέτρα επιβάλλονται συχνά με διατάγματα (Βέλγιο, Ισπανία). Συμφωνημένες συλλογικές συμβάσεις καταπατούνται, στην ουσία παράνομα (Βέλγιο, Ισπανία). Αλλού αναθεωρούνται με κρατική πρωτοβουλία (Γαλλία) κι αλλού αδυνατίζουν με ποικίλες μεθόδους (Γερμανία). Ακόμα κι εκεί που φαίνονται ακόμα ισχυρές (Σουηδία) η μηχανή υπονόμευσής τους έχει μπει σε λειτουργία. Σε άλλες χώρες το δικαίωμα στην απεργία και τη συλλογική εκπροσώπηση οδεύουν ουσιαστικά προς το να γίνουν de facto παράνομα (Ουγγαρία, Ρουμανία). Προωθείται η εργοδοτική ασυδοσία όσο αφορά τις απολύσεις και η μη λογοδοσία της στη δικαιοσύνη (Γαλλία, Ιταλία). Τα όργανα της ΕΕ αγνοούν επιδεικτικά αποτελέσματα δημοψηφισμάτων (Σλοβενία).  Η ευρωπαϊκή ήπειρος – το συντριπτικό κόμματι της οποίας κυβερνάται από τις συνασπισμένες υπό την ΕΕ άρχουσες τάξεις – είναι σε πλήρη πορεία αυταρχικοποίησης.

Η ιεράρχηση των στόχων διαφέρει από χώρα σε χώρα: αλλού είναι προτεραιότητα η αποψίλωση των επιδομάτων ανεργίας, αλλού οι συλλογικές συμβάσεις, αλλού το φορολογικό ή το ασφαλιστικό. Διαφέρει επίσης η σειρά με την οποία η αστική τάξη αποφασίζει να χτυπήσει τον καθένα από τους παραπάνω στόχους, για λόγους τακτικής. Υπάρχει ακόμα κάποιος βαθμός αυτονομίας στον καθορισμό της εσωτερικής τακτικής, αλλά και μια αυξανόμενη “πρόνοια” και διάθεση επιβολής επιλογών από το συντονιστικό κέντρο (την Κομισιόν), καθώς και φυσικά ένας αυξημένος έλεγχος.

Υπάρχουν, όμως, παντού και κινήματα εργαζομένων και πολιτών, που αντιστέκονται στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Η κινηματική κινητικότητα που παρατηρείται σε ηπειρωτική κλίμακα είναι άνευ προηγουμένου εδώ κι αρκετές δεκαετίες. Είναι όμως εντελώς ασυντόνιστη και απομονωμένη στο κάθε μέρος. Εξ ου και η αυξημένη ανάγκη ενημέρωσης, επαφών, αλληλεγγύης, αλλά κι ενός υποτυπώδους, τουλάχιστον, συντονισμού. Υπάρχει πρόβλημα επίσης στην ελλείψη ενός ευκρινούς κοινού οραματικού στόχου. Απελευθερωτικό ρόλο σε σχέση με την όσμωση και εξέλιξη όλης της γκάμας των λαϊκών εμπνεύσεων από την “πραγματική δημοκρατία” ως την “εργατική εξουσία” μπορεί να παίξει η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας της ρήξης με το οικοδόμημα της ΕΕ για την πραγματοποίηση τους.


[1] Περιοδικό Λεύγα 7/1/2012 “Από όλους τους λαούς της Γαλατίας, είναι οι Βέλγοι ο πιο ακυβέρνητος;” http://www.levga.gr/2012/01/blog-post_07.html#more

[4] Πρόταση της Κομισιόν το Μάη http://ec.europa.eu/europe2020/pdf/nd/csr2012_belgium_en.pdf Έγκριση της από το Συμβούλιο τον Ιούλη http://register.consilium.europa.eu/pdf/en/12/st11/st11244.en12.pdf

[5]  La ministre De Coninck refuse d’entériner 25 CCT sectorielles http://www.ptb.be/nieuws/artikel/la-ministre-de-coninck-refuse-denteriner-25-cct-sectorielles.html

[19] CGT: Accord sur l’emploi 2013 http://www.cgt.fr/-Accord-sur-l-emploi-2013-

[24] In 2009, the median hourly wage of all employees in eastern  Germany was at 10.55 € and thus far below the median in western Germany (14.64 €).

[27] One quarter of German workers are in low-wage jobs http://www.wsws.org/articles/2012/mar2012/germ-m22.shtml

[30] One quarter of German workers are in low-wage jobs http://www.wsws.org/articles/2012/mar2012/germ-m22.shtml

[43] Italian labout minister broke down when announcing this measure https://www.youtube.com/watch?v=MVRJ18oHsa8

[46] Το συνδικάτο FIOM της CGIL παλεύει ακόμα ενάντια στο νέο συμβόλαιο που επιβλήθηκε. Η Fiat δεν έχει τηρήσει τις υποσχέσεις για επενδύσεις που είχε κάνει. http://www.fiom.cgil.it/sottoscrizione/MATERIALI/volantino_fiat_en.pdf

Advertisements

4 Σχόλια to “H “οικονομική διακυβέρνηση” της ΕΕ στην πράξη (Μέρος ΙΙ)”

  1. Y Ιανουαρίου 29, 2013 στις 9:07 πμ #

    Εκδήλωση Αναιρέσεων Θεσ/νίκης με τον Περικλή Παυλίδη “Οι αλλαγές στην Εργασία και οι προοπτικές κοινωνικής χειραφέτησης” http://on.fb.me/T3lavG

  2. λαθραναγνώστης Ιανουαρίου 29, 2013 στις 7:10 μμ #

    «Πόσο πιο δύσκολο θα ήταν στις κυβερνήσεις και στα ευρωπαϊκά μονοπώλια να επιβάλλουν αυτά τα μέτρα χωρίς την πολύτιμη συμβολή του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού;»

    40 χρόνια χαφιέδες του κεφαλαίου μέσα στο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα.

    http://www.902.gr/eidisi/ergatiki-taxi/8052/fiesta-gia-ta-40-hronia-tis-synomospondias-eyropaikon-syndikaton

  3. Y Ιανουαρίου 29, 2013 στις 7:51 μμ #

    Πολιτισμένη Ευρώπη: Σκάνε ουρά τις επιδοτήσεις στον Μιττάλ επί έξι και πλέον χρόνια. Αυτός αποφασίζει να κλείσει ενάντια σε όλες τις «δεσμεύσεις» του. Στην πρόταση της κομμουνιστικής αριστεράς και των συνδικάτων να εθνικοποιήσουν τη χαλυβουργία απαντάνε ότι «το απαγορεύει η ΕΕ». Και μετά ρίχνουν και στους εργάτες ένα χέρι ξύλο. http://www.facebook.com/photo.php?fbid=10200504641164555&set=a.10200504317276458.210896.1413454608&type=1&theater

Trackbacks/Pingbacks

  1. Διάδρομοι Βρυξελλών: Γιατί τόσο μίσος με τον εργατικό κώδικα της Γαλλίας; | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση - Οκτώβριος 19, 2017

    […] για να πιέσει προς την κατεύθυνση αυτή (δείτε το απόσπασμα του άρθρου αυτού για τη Γαλλία ή την περσινή έρευνα […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: