Archive by Author

Εισαγωγή στο ρεφορμισμό

13 Ιαν.

Απέχει αρκετά από το να είναι το μπρεζνιεφικό μανιφέστο που θα περίμενε ο propagitor, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως ένα προοίμιο, με έννοιες όπως ορίζονται από κάποια κείμενα και τσιτάτα των κλασικών (κι όχι μόνο). Παρεμπιπτόντως, το τσιτάτο δεν έχει απαραίτητα κακή έννοια. Βγαίνει από το ρωσικό ρήμα διαβάζω κι αν μη τι άλλο προϋποθέτει ότι ο σύντροφος κάθισε και διάβασε. Κι αυτό δεν είναι ο κανόνας στις μέρες μας. Το πρόβλημα είναι αυτοί που μένουν στα τσιτάτα χωρίς να διαβάζουν τα συμφραζόμενα. Κι όσοι τα δανείζονται ενώ δε διαβάζουν καθόλου και τα χρησιμοποιούν μεταφυσικά σαν ξόρκια συμπυκνωμένης σοφίας. Κι άντε μετά να τους εξηγήσεις ότι: σύντροφοι, δεν πρέπει να επικαλούμαστε τις αυθεντίες με τσιτάτα. Γιατί όπως έλεγε κι ο μαρξ…

Γιατί για το ρεφορμισμό; Γιατί είναι η κλασική κατάληξη στις συζητήσεις που γίνονται εδώ στο γκράνμα, αλλά και κάθε κουβέντας που σέβεται τον εαυτό της μεταξύ κομμουνιστών ή ατόμων που αυτοαποκαλούνται τέτοιοι. Και να αδερφέ μου που μάθαμε να πληκτρολογούμε ήσυχα κι απλά. Αλλά αν δε δεχτείς ήσυχα κι απλά ότι είσαι ρεφόρμα του κερατά, θα φας μια ενωτική με το καδρόνι που θα είναι όλη δικιά σου. Συνέχεια

Με κομμένη την ανάσα

6 Ιολ.

Απολογισμός της βδομάδας που πέρασε

Δυο λόγια για το τελευταίο νοκ άουτ των 16 για να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε.
Οι πορτογάλοι πήγαν άκλαυτοι έχοντας την κατάρα του κιμ γιονγκ ιλ και όλων των φίλων της ηρωικής λδ. Αυτή ήταν κι η μόνη φορά που σκόραραν στη διοργάνωση.
Έφτιαξαν έτσι έναν κύκλο γοητευτικής ντεκαντάνς. Πήραν τον πρωταθλητή κόσμου σκολάρι το 2002. Ήταν φιναλίστ στο δικό τους γιούρο το 04. Ημιφιναλίστ δυο χρόνια μετά στη γερμανία. Από την οποία αποκλείστηκαν το 08 στα προημιτελικά. Και τώρα μένουν εκτός απ’ τους 16. Και την επόμενη φορά ίσως αποκλειστούν απ’ τη φάση των ομίλων, όπως το 2002 στη σφαγή της κορέας κι ανοίξουν καινούριο κύκλο.

Στα προημιτελικά πέρασαν οι πρώτοι από κάθε όμιλο με εξαίρεση τις ηπα που πέτυχαν μόνο μια νίκη και πήραν την πρόκριση στις καθυστερήσεις της τελευταίας αγωνιστικής. Όσοι είχαν στραβά πατήματα εξ αρχής δε βρήκαν βηματισμό ούτε στα νοκ άουτ. Συνέχεια

Επτά σε παίρνει αριστερά

22 Ιον.

Σαν σήμερα το 1941 ξεκινούσε το ναζιστικό σφυροκόπημα κι η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα ενάντια στο σοβιετικό φάρο του σοσιαλισμού και της παγκόσμιας επανάστασης. 59 χρόνια μετά, το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα καλείται να σφίξει τα δόντια και να αντιμετωπίσει μια εξίσου δύσκολη συγκυρία με τη συντριβή του εθνικού συγκροτήματος της λδ κορέας στο Μουντιάλ της ν. αφρικής από τους πορτογάλους.

Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι γενναία αυτοκριτική. Το σκορ ήταν πλασματικό, ο διαιτητής πουλημένος, ο αγωνιστικός χώρος βαρύς και τα αγριογούρουνα είχαν φάει κάτι αηδίες. Όλα αυτά ευνόησαν αντικειμενικά την πιο άτεχνη ομάδα, δηλ τους πορτογάλους.

Η τακτική της ομάδας ήταν παρελκυστική. Έχοντας την πείρα από το 5-3 στο Μουντιάλ του 66’ όπου προηγηθήκαμε 3-0 για να έρθει μετά η ανατροπή κι η παλινόρθωση, αφήσαμε τους πορτογάλους να προηγηθούν αυτοί τρία-μηδέν και να ‘ρθει μετά λαϊκή αντεπίθεση. Ή στην χειρότερη να ηττηθούμε με ένα ακόμα ηρωικό 5-3. Ο πρώτος στόχος υπερκαλύφθηκε με το παραπάνω. Ο δεύτερος όχι, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει.

Συνέχεια

Ο έλεγχος της πρώτης αγωνιστικής

17 Ιον.

Διαβλέποντας τον κίνδυνο παρεκτροπής της συζήτησης διασφαλίζω με αυτό το κείμενο την οριστική εκτροπή της σε ολισθηρούς κατήφορους.

Είναι «εισήγηση» που αρχικά γράφτηκε για αλλού και γι’ αυτό κάπως κυριλέ και σύντομη. Αν πετύχει η δοκιμή θα ακολουθήσει κι άλλη ανάλυση πιο… αναλυτική με πολιτικο-κοινωνικές προεκτάσεις (λέμε τώρα).

Έχοντας δει όλες τις ομάδες από μία φορά το μόνο σίγουρο είναι ότι αν συνεχίσουν το ίδιο βιολί, η διοργάνωση θα είναι υποψήφια για το χειρότερο Μουντιάλ όλων των εποχών. Γκολ μπαίνουν με το σταγονόμετρο κι οι αρχές επιστρατεύουν αερόμπαλες για να τα αυξήσουν τεχνητά. Αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Μπορεί να φταίει το άγχος της πρεμιέρας και το πράγμα να στρώσει στη συνέχεια.
Συνέχεια

Χρέος μονάχος σου να σηκωθείς

24 Μάι.

Έρχομαι να πιάσω το νήμα από μια συζήτηση που είχε ανοίξει στο Γκράνμα. Με έχει καλύψει σε μεγάλο βαθμό ο ό,τι να ‘ναι, κρίνω ωστόσο σκόπιμο να γράψω ως έχει αυτό που είχα κατά νου πριν διαβάσω τα σχόλιά του.

Aφορμή για το κείμενο είναι μια συνέντευξη στο μπλογκ αφομή του πέτρου παπακωνσταντίνου κι ένα κείμενο του οικονομολόγου κώστα λαπαβίτσα στην ελευθεροτυπία (αμφότερα έχουν μπει ως σύνδεσμοι τις προηγούμενες μέρες και στο γκράνμα) τα οποία είναι εξόχως αποκαλυπτικά ως προς τους συνολικούς τους σκοπούς και την αντίληψή τους για τη διέξοδο από την κρίση.

Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός δεν τίθεται ως θέμα αυτή τη στιγμή μας λέει ο λαπαβίτσας και μας καλεί σε μια αλλαγή που θα μας βγάλει απ’ την κρίση και θα κάνει πιο ελκυστική τη σοσιαλιστική αλλαγή (που δεν είναι της παρούσης). Το βασικό δηλ είναι να βγούμε από την έξοδο. Όχι να τη βαθύνουμε για να μετατραπεί σε καθολική κρίση του συστήματος.

Συνέχεια

Όλη η εξουσία αργότερα…

13 Μάι.

Εφαρμόζοντας τη μέθοδο της ανάβασης από το αφηρημένο στην αμπελοφιλοσοφία, πλέω σε πελάγη σύγχυσης ως προς το τι ακριβώς είναι τέλος πάντων αυτό για το οποίο εγκαλούμαστε για τη στάση πληρωμών και πώς την αντιλαμβάνεται ο μέσος άγνωστος Υ (ψι που λέει κι ο άθλιος) για τον οποίο αυτό είναι το μόνο και συνεπές σύνθημα αυτή τη στιγμή.

Η απορία μου τόσο καιρό ήτανε πώς μπορεί να γίνει στάση πληρωμών προς όφελος του λαού χωρίς να συγκροτηθεί πρώτα η λαϊκή εξουσία (εργατική δημοκρατία, δικτατορία του προλεταριάτου (and so on and so forth).

Τελικά για να γίνει αυτή η στάση πληρωμών δεν χρειάζεται να έχουμε την εξουσία!

Η στάση πληρωμών νοείται ως μεταβατικό αίτημα που θα το επιβάλλει ο λαός ο οποίος όμως δεν έχει την εξουσία αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο θα του ανοίξει διάπλατα το δρόμο (τη λεωφόρο καλύτερα) γι’ αυτήν, γιατί αυτομάτως θα γίνουν ένα σωρό πράγματα, από την έξοδο από το ευρώ (όχι όμως κι από την εε, μην μαξιμαλίζετε) έως την κοινωνικοποίηση των τραπεζών, της απαλεψιάς κι ένα σωρό άλλων, που ακόμα βέβαια δεν θα είναι σοσιαλισμός, αλλά θα υποχρεώσουμε τους αστούς να τα κάνουν, οι οποίοι βέβαια θα έχουν ακόμα την εξουσία αλλά θα τους έχουμε στήσει με την πλάτη στον τοίχο.

Όπως έλεγε κι ο λένιν η στάση πληρωμών είναι το τελευταίο εκείνο σκαλοπατάκι που ανάμεσα σε αυτό και το σοσιαλισμό δεν υπάρχει κανένα άλλο σκαλοπατάκι. Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου να σου τραγουδήσω για στάση πληρωμών και το μια στάση εδώ του μητροπάνου (που μου αρέσει στα κρυφά).

Κι έτσι λοιπόν δεν είναι ένα οποιοδήποτε αίτημα αλλά το κλειδί του παραδείσου που πρέπει να κάνουμε σημαία μας, παντιέρα ρόσα (τριομφερά). Φόλα στα σκυλιά στους σταλινικούς που είναι αντιλενινισταί, βάζουν άλλες προτεραιότητες και δεν περιστρέφουν όλο τους το μικρόκοσμο γύρω από αυτό.

Ας αναφωνήσουμε όλοι μαζί σύντροφοι μαζί με τον Λένιν:

Ζήτω η στάση πληρωμών, γερά για τον κομμουνισμό.

Εν τούτω νίκα! Ζήτω η στάση πληρωμών κι η στάση του νίκα.

Τι να κάνουμε…

18 Φεβ.

Την άλλη βδομάδα έχει απεργία. Μία μέρα πριν είναι η επέτειος ίδρυσης της επον και του κόκκινου στρατού. Αν την είχε προκηρύξει πρώτα το παμε, η γσεε θα την έβαζε μια μέρα πριν και οι μέρες θα συνέπιπταν. Δεν πειράζει την επόμενη χρονιά.

Το γενικό πλαίσιο είναι γνωστό. Η κυβέρνηση του πασοκ πάει να περάσει ό,τι δεν κατάφερε το 2001 με τον γιαννίτση κι αυτή τη φορά νιώθει δυνατή να το κάνει. Είναι έτοιμη να καταργήσει ουσιαστικά τα βαρέα, να ανοίξει το δρόμο για σύνταξη στα 70 και να καθιερώσει συντάξεις φιλανθρωπίας. Οι εργαζόμενοι πρέπει να πειστούν ότι τους κάνουν χάρη που τους δίνουν σύνταξη, ότι δεν έχουν δικαίωμα σε ανθρώπινα γηρατειά, ότι πρέπει να δουλεύουν μέχρι να πεθάνουν, αλλιώς η οικονομία κινδυνεύει να βουλιάξει εξαιτίας τους.

Σε αυτή την προσπάθεια το πασοκ έχει αμέριστη στήριξη από νδ, γσεε και μμε που κάνουν καθημερινά πλύση εγκεφάλου και τρομοκρατούν τον κοσμάκη με τηλεδιαγγέλματα τύπου πρετεντέρη. Το κακό είναι ότι ως ένα βαθμό τα καταφέρνουν.

Ο λαός αποπροσανατολίζεται και χωρίς ταξικό μπούσουλα αρχίζει να θεωρεί υπεύθυνους τους μετανάστες, γιατί κάποιος πρέπει να φταίει κι αν το καλοσκεφτώ ο βαθύτερος λόγος που δε βρίσκω δουλειά είναι όλοι αυτοί οι πακιστανοί δημοσιογράφοι που έχουν κατακλύσει τις εφημερίδες και τα κανάλια.
Σε δεύτερο επίπεδο ο κοινωνικός αυτοματισμός επεκτείνεται στα ρετιρέ, στους αιώνιους φοιτητές που είναι τεμπέληδες και δε θέλουν να δουλέψουν, στους συνδικαλιστές, στους αγρότες που κλείνουν το δρόμο, στις πορείες που τα σπάνε και πάει λέγοντας.

Η δική μας γενιά ειδικά, των ανασφαλών κι ανασφάλιστων, αρχίζει να συνειδητοποιεί πως αν δεν αλλάξει κάτι δεν πρόκειται να δει κανένα είδος σύνταξης και κοινωνικής ασφάλισης όταν έρθει η σειρά της. Αλλά αντί να ξεσηκωθεί και να επαναστατήσει απέναντι σε αυτή την μαυρίλα που της προορίζουν για μέλλον, το ‘χει πάρει μάλλον χαλαρά και προτιμά να μην το σκέφτεται. Ασχολείται με το πρωτάθλημα, το εξ φάκτορ, τα ψώνια, τη σαββατιάτικη έξοδο κι ό,τι άλλο μπορεί να της προσφέρει την ψευδαίσθηση μιας προσωρινής φυγής από τα έξοδα και τα αδιέξοδά της.

Από μια άποψη αυτή η ψυχολογία ρωμαϊκού οργίου μπροστά στο τέλος της αυτοκρατορίας που έρχεται είναι αντεστραμμένη απελπισία μιας γενιάς που προσπαθεί να αναπληρώσει την ξεκούραση των προγραμμένων γηρατειών της με ανέμελες καταστάσεις στο σήμερα.
Ας γλεντήσουμε τώρα που είμαστε νέοι, γιατί μετά θα πεθάνουμε στη δουλειά (ή στην ανεργία).

Το βασικό σε όλα αυτά είναι η απελπισία και πάνω σε αυτό πρέπει όλοι να προβληματιστούμε.

Πότε απελπίζεται ο άνθρωπος;

Όταν δεν έχει κάτι να τον εμπνέει και δε βλέπει καμιά προοπτική να αλλάξει η ζωή του. Δεν ελπίζει τίποτα, φοβάται τα πάντα, είναι ανελεύθερος, σκλάβος των φόβων του και της τάξης πραγμάτων που τους προκαλεί.
Ο περισσότερος κόσμος δε διαφωνεί με όσα του λέμε, αλλά δεν πιστεύει ότι μπορούν να γίνουν στην πράξη, δεν εμπιστεύεται τη δύναμή του, την τάξη του και τους συλλογικούς της αγώνες, φοβάται να βγει μπροστά και να εκτεθεί.

Γιατί δεν τον εμπνέουμε περισσότερο;

Μεγάλο ζήτημα. Δεν είναι άσχετο με το θέμα μας, αλλά έχει να κάνει με πράγματα που ξεφεύγουν πολύ από τον ορίζοντα της απεργίας: το κόμμα, το πρόγραμμά του, την κομμουνιστική προοπτική, πόσο πειστικά τη βάζουμε στη ζωή. Αλλά και με μια σειρά αντικειμενικούς κι υποκειμενικούς παράγοντες που δένουν διαλεκτικά μεταξύ τους.

Έχει να κάνει με τον σύγχρονο τρόπο ζωής και το ρόλο της τηλεόρασης, αλλά το θέμα είναι ποια είναι η δική μας παρέμβαση, η δική μας στάση ζωής και πόσο δυναμικά την προβάλλουμε ως εναλλακτικό πρότυπο.

Έχει να κάνει με την έλλειψη μέσων (κι αυτή με τη σειρά της με την έλλειψη χρημάτων) αλλά παλιότερα, με πολύ λιγότερα μέσα οι κομμουνιστές ξεσήκωναν την κατοχική αθήνα με τηλεβόες, τρικάκια και συνθήματα στους τοίχους κι όλοι είχαν την αίσθηση ότι συμμετείχαν σε πανηγύρι, ενώ κινδύνευε η ζωή τους.

Διαφορετικές οι συνθήκες, θα μου πεις, αλλά δεν ξέρω ποια ακριβώς διαφορά είναι αυτή που δικαιολογεί τη σημερινή ηττοπάθεια και μια αίσθηση αγγαρείας που σέρνουμε μαζί μας στις πορείες.

Το βάρος πέφτει στο υποκειμενικό γιατί είναι το δυναμικό κομμάτι της αντίθεσης που μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Τις αντικειμενικές τάσεις ενσωμάτωσης κι αλλοτρίωσης της εργατικής τάξης πρέπει εμείς να τις προσεγγίσουμε θεωρητικά, να τις ερμηνεύσουμε, να πάρουμε μέτρα για να τις αντιμετωπίσουμε. Το ότι το κμε έχει να κάνει τέτοια δουλειά από τότε που ζούσε ο κάππος, δεν είναι αντικειμενική αδυναμία, ή φυσικό φαινόμενο.

Το βάρος πέφτει στη κριτική γιατί αυτή είναι αναγκαία σαν οξυγόνο στους κομμουνιστές και στη δράση τους. Δεν πρέπει να τη φοβούνται, αλλά να την αποζητούν. Ακόμα κι από αυτούς που δεν σήκωσαν ποτέ μια απεργία κι έρχονται έντεκα η ώρα με φρέσκια επιδερμίδα και φραπεδιά στο χέρι να πουν ότι η πορεία είναι ψόφια, χωρίς παλμό.

Πρέπει να ξεχωρίζουμε την καλοπροαίρετη κριτική να εξηγούμε τους αντικειμενικούς λόγους γιατί οι περισσότερες κριτικές γίνονται υποκειμενικές, αλλά να κάνουμε κι αυτοκριτική. Που δε θα είναι μηδενισμός και μαστίγωμα, ούτε όμως ασυλία τύπου ρεχάγκελ όπου χρειάζεται πρόλογος για να πεις τα αυτονόητα. Τιμούμε το κόμμα, την τάξη και τους αγώνες της, αλλά κάνουμε συγκεκριμένη ανάλυση για να δούμε πού χρειάζεται βελτίωση. Αλλιώς θα μείνουμε με τις δόξες του 17 και το μαγικό καλοκαίρι του βερνίκου. Κάθε θρίαμβος έχει και το βερνίκο που του αξίζει.

Πρέπει να ανοίξει μια κουβέντα πάνω σε μια σειρά ζητήματα, για να γνωρίσουμε καλύτερα τον καπιταλισμό που θέλουμε να ανατρέψουμε και βασικά την εργατική τάξη που θέλουμε να (καθ)οδηγήσουμε στην έφοδό της προς τον ουρανό.

-το ζήτημα της συνείδησης και πώς διαμορφώνεται. Πώς η κοινή γνώμη παύει να είναι μια κοινή, μια πόρνη, πώς ωριμάζει και γίνεται ταξική συνείδηση; Πώς δένεται το αυθόρμητο με τη συνειδητή ταξική πάλη;

-την τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς. Πώς πάμε να τη σπάσουμε; Πώς χτυπάμε τη μαύρη ανασφάλιστη εργασία; Την καταπάτηση των συλλογικών συμβάσεων ακόμα και σε χώρους με ευνοϊκούς συσχετισμούς –πχ οικοδομή; Γιατί, αν δε σπάσουμε την ανασφάλεια σε αυτούς τους χώρους θα το βρούμε μπροστά μας στην επόμενη απεργία.

-τι μπορεί να γίνει για να οργανώσουμε συλλογικά τις αντιστάσεις των ανέργων; Ζήτημα αιχμής που αγγίζει πια κάθε δεύτερη οικογένεια. Χωρίς τη δική μας παρέμβαση ο άνεργος μένει εγκλωβισμένος στην αδιέξοδη λογική του ατομικού βολέματος κι είναι μάλλον απίθανο να απεργήσει όταν βρει μια θέση για την οποία έχει φιλήσει κατουρημένες ποδιές.
Ο εύκολος δρόμος είναι ο ατομικός, άλλο αν είναι αδιέξοδος και κατήφορος που πάει ντουγρού στο βούρκο.

-το θέμα της καπιταλιστικής κρίσης. Πώς μια οικονομική κρίση γίνεται γενικευμένη πολιτική κρίση του συστήματος; Μπορούμε να την αξιοποιήσουμε από επαναστατική σκοπιά, ή μήπως είναι περίοδος εξατομίκευσης που σφίγγουν τα λουριά κι επικρατεί το σώζων εαυτόν σωθήτω;

-το θέμα της τακτικής μας. Πώς θα αποκρούσουμε τη νέα επίθεση στο μεροκάματο του κοσμάκη; Πώς θα κλιμακώσουμε τις κινητοποιήσεις; Με ποιο τρόπο θα πετύχουμε νίκες και κατακτήσεις για τους εργαζόμενους;

Αυτό το τελευταίο αποκρυσταλλώνει και το δια ταύτα.

Η εργατική γραφειοκρατία είναι πιο πρόστυχη παρά ποτέ και δε νοιάζεται πλέον ούτε για τα προσχήματα. Το βάρος πέφτει αποκλειστικά στους δικούς μας ώμους. Αν εμείς δεν κάνουμε κάτι, τα μέτρα θα περάσουν αναίμακτα χωρίς πολλές αντιδράσεις.

Πώς θα δείξουμε λοιπόν στον κόσμο ότι ο αγώνας του δεν είναι μάταιος; Ότι η απεργία δεν είναι μια τουφεκιά στον αέρα. Δεν έχουμε απέναντί μας πουλάκια να τρομάξουν και να φύγουν, αλλά θηρίο απειλητικό κι επικίνδυνο. Επόμενα, είναι ζήτημα πώς θα το λαβώσουμε χωρίς να σπαταλάμε πολύτιμα βόλια στον αέρα.

Προφανώς πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα σε βάθος χρόνου σε μια συνέχεια με μια προοπτική. Αλλά η προοπτική είναι ένα σύνολο από συγκυρίες κι η σημερινή είναι άκρως σημαντική.
Δεν πρόκειται να ιδρώσει το αυτί τους με δύο εικοσιτετράωρες μες στο φλεβάρη κι άλλη μία το δεκέμβρη. Οι απεργίες του παμε ήταν μεγάλο βήμα, δε συνιστούν όμως από μόνες τους κάποια νίκη. Χωρίς κλιμάκωση του αγώνα η απεργία θα μείνει παρακαταθήκη για το μέλλον αλλά θα κουβαλά την απογοήτευση της νέας υποχώρησης και της ήττας του κινήματος.

Η κλιμάκωση βέβαια πάει με τις διαθέσεις του κόσμου, δε βγαίνει με διατάγματα από τις πρωτοπορίες. Θα ήταν πολύ χρήσιμο σχετικά να γνωρίζαμε ποσοστά συμμετοχής στις κατά καιρούς απεργίες για να ξέρουμε πού βαδίζουμε, αλλά ο ρίζος αποφεύγει συστηματικά να αναφερθεί σε αριθμούς.
Το λιγότερο που θα μπορούσαμε να κυνηγήσουμε είναι να βγει ένα μεγάλο συλλαλητήριο κάθε εβδομάδα που θα κρατάει ζεστό το θέμα και τις διαθέσεις του κόσμου και θα έχει κάθε φορά και μεγαλύτερη συμμετοχή. Κι αν το βάζαμε στην πράξη, πιθανότατα θα βρίσκαμε συλλογικά περισσότερες και καλύτερες μορφές που θα ξεπηδούσαν από το ίδιο το κίνημα. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα ενός μαζικού κόμματος όταν λειτουργεί συλλογικά και αξιοποιεί όλες του τις δυνάμεις και το πρωτόβουλο πνεύμα της βάσης του.

Το κίνημα έχει ανάγκη να θυμηθεί πώς κατακτάει μικρές νίκες. Κι ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη μου φαίνεται ότι το έχει η οργανωμένη πρωτοπορία του που έχει ξεχάσει να οργανώνει και να καθοδηγεί νικηφόρους αγώνες και να γενικεύει την εμπειρία τους.

Ας έχουμε απλώς υπ’ όψιν ότι η τελευταία φορά που το εργατικό κίνημα κατάφερε να βάλει φρένο στον αντιλαϊκό σχεδιασμό της κυβέρνησης ήταν μια δεκαετία πριν με τον γιαννίτση κι ότι τώρα ο πήχης μπαίνει ακόμα ψηλότερα. Ίσως αυτή τη φορά να μην είναι αρκετή ούτε μια μεγαλειώδης συγκέντρωση όπως εκείνη του 2001 για να φοβίσει το αστικό επιτελείο και να αλλάξει τους συσχετισμούς.

Πρέπει να κάνουμε πιο αποτελεσματικό τον αγώνα, να δούμε πώς μπορούμε να το πετύχουμε και να συμβάλλουμε με ιδέες και προβληματισμούς. Η συζήτηση αυτή πρέπει να ανοίξει ακόμα περισσότερο και δεν περισσεύει κανείς για να μείνει έξω από αυτήν.  Ο τίτλος του κειμένου κανονικά έχει ερωτηματικό στο τέλος. Την απάντηση καλούμαστε να τη δώσουμε όλοι μας.

Κλείνοντας να πω ότι με το πρώτο πληθυντικό που χρησιμοποιώ αναφέρομαι στους κομμουνιστές κι ειδικά στο κόμμα όπου είναι οργανωμένη κι η συντριπτική τους πλειοψηφία και το οποίο κατά τη γνώμη μου παρά τις αδυναμίες και τα λάθη του –πχ στο θέμα της κούνεβα- το χωρίζει άβυσσος στη δουλειά του στο εργατικό κίνημα από τους υπόλοιπους χώρους.
Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κι άλλοι χώροι που θα ήταν δυνάμει σύμμαχοι κατά τη γνώμη μου σε ένα μέτωπο κατά της εε και των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.

Για τον σύντροφο Υ και το μέτωπο

4 Ιαν.

Επιτέλους ρεντ μπλόγκερ!

Ευχαριστώ τη μαμά πατρίδα (σοβιετία), τον πατερούλη, την κουβανή γιαγιά (γκράνμα) κι όλα τα αδέλφια, νόθα και κανονικά τέκνα του οχτώβρη του 17. Επίσης τον κομπάσο με την πολιτική ευθύνη για το ζην του γκράνμα και τον ύψιλον που έχει αναλάβει το ευ ζην. Ό,τι ακολουθεί είναι απλώς ένας επίλογος σε μια εισαγωγή που δεν τέλειωσε ποτέ.

Οι συζητήσεις στο γκράνμα καταλήγουν συχνά σε οπαδικό επίπεδο κι ίσως δεν είναι τυχαίο.

Επί λένιν η ομάδα έπαιζε φαντεζί ποδόσφαιρο, (με σκοπό αλλά) χωρίς σκοπιμότητες κι ανέβηκε κατηγορία. Ο στάλιν ήταν μεγάλος τακτικιστής, αλλά το ποδόσφαιρό του ήταν απωθητικό σαν του σάντος. Στην ιστορία θα μείνει η νίκη στο στάλινγκραντ με επική ανατροπή αλά πάντσερ κόντρα στους μετρ του είδους γερμανούς. Με εκπληκτικό ντεμαράζ η κόκκινη αρμάδα κάλυψε απόσταση 100 βαθμών σε 10 αγωνιστικές από τις δυτικές χώρες και τερμάτισε δεύτερη πίσω απ’ τους αμερικάνους (σε ορισμένους τομείς τους προσπέρασε κιόλας).

Υπήρξαν όμως και μαύρες κηλίδες στη σταλινική θητεία, κάποιοι κάνουν λόγο για προπονητικά εγκλήματα. Ο στάλιν δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του και καθάρισε όλη την παλιά φρουρά των γκουμο-μπασινάδων για διαρροές εκτός αποδυτηρίων ξεσηκώνοντας αντιδράσεις στο κοινό.

Ο διάδοχός του στον πάγκο νικήτα χρουτσώφ παρέλαβε έτοιμη ομάδα, αλλά έκανε τα δικά του, χωρίς στρατηγικό πλάνο κι έφερε κρίση στους κόλπους της. Ήταν ο μόνος κόουτς που έφυγε πριν τη λήξη του ισόβιου συμβολαίου του και δεν πέθανε στον πάγκο σαν τον λόραντ.

Επί μπρέσνιεφ η ομάδα έκανε κοιλιά κι έμεινε στάσιμη να τρέφεται απ’ τις δόξες του πρόσφατου παρελθόντος (και διηγώντας τα να κλαις). Ανέλαβαν υπηρεσιακοί αντρόποφ και τσερνιένκο, αλλά δεν πρόλαβαν να κάνουν πολλά για να κριθεί η δουλειά τους.

Ώσπου ανέλαβε ο καραφλός ιούδας με το σημάδι, που ήρθε σαν μεσσίας που θα έβγαζε την ομάδα από την κρίση και τελικά την έριξε κατηγορία, γιατί ήταν πιασμένος από τον ταξικό αντίπαλο. Θρήνος, διάλυση, σπαραγμός. Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι.

Αλλά αν δε μπει ο χούλιγκαν ο ύψιλον να το μπαχαλέψει λιγάκι, δε μπαίνετε στον χορό ρε κουφάλες. Δε μας τραβάνε τα σοβαρά κυριλέ θέματα για οικολογία και τον αποκλεισμό της παλαιστίνης. Γουστάρουμε πολεμική κι ετεροπροσδιορισμό. Σαν τους γαλάτες που όταν δεν έχουν ρωμαίους πλακώνονται μεταξύ τους. Με τη διαφορά ότι εμείς είμαστε τίγκα στους ρωμαίους, αλλά δε μας παίρνει. Οπότε; Τόση ενέργεια να μη διοχετευτεί κάπου; Κι η ομοφυλοφιλία στο στρατό κάπως έτσι ξεκινάει.

Μπλογκάρουμε για να ξεμπλοκάρουμε, να ξεφορτώσουμε ψυχικά, αρκεί να μην θες να το κάνεις στα μούτρα του συνομιλητή υψώνοντας κωλοδάχτυλο στη νοημοσύνη όσων σε διαβάζουν. Γιατί τότε το γκράνμα είναι εκτόνωση, αντιδραστικό και πρέπει να το βουλιάξουμε.

Δε λέω, καλά περνάμε, αλλά αυτός που την πληρώνει είναι το μέτωπο. Κι άντε να εξηγήσεις στο δεξιό γιατί σφαζόμαστε ενώ αυτούς τους ενώνει η εξουσία κι η προοπτική της μάσας. Εμείς δεν έχουμε ούτε το ένα, ούτε το άλλο, το δεύτερο εκ πεποιθήσεως κι ώσπου να ‘ρθει το πρώτο τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.

Εκείνοι είναι μια θράκα προδοτών που ενώθηκαν. Εμείς είμαστε ένας, αλλά λέων κι όλοι εσείς τυριά, οπορτουνιστές, προδότες της υπόθεσής μας. Οπότε κι εσείς προδότες είστε, γιατί δεν ενώνεστε όλοι;

Αρχικά ήθελα να το πάω αλλιώς το κείμενο, με αφορμή τον κύριλλο, τον μπουχάριν και τη δεξιά παρέκκλιση στο κκ μπ. Πολύ καλή εκδήλωση, αλλά σε κάποια φάση λέει ο κύριλλος ότι ο οπορτουνισμός τείνει να εξελιχθεί σε αντεπαναστατική δύναμη και πρέπει να τον τσακίσεις εν τη γενέσει του.

Σωστό γενικά αυτό, το θέμα είναι πώς το αντιλαμβάνεσαι, ειδικά για μέλη του κόμματος, όπως ο μπουχάριν. Γιατί ο λένιν ήταν ο μεγαλύτερος δάσκαλος της τακτικής και δεν είχε πρόβλημα να συνεργαστεί με οπορτουνιστές και να τα σπάσει μαζί τους όταν έπρεπε.

Η πολεμική δεν αποκλείει τις συνεργασίες, όχι γιατί είναι φετίχ η ενότητα, αλλά επειδή την τακτική (πρέπει να) τη βλέπουμε από τη σκοπιά του μετώπου, όχι από θέσεις ιδεολογικής καθαρότητας. Και με το διάολο έλεγε ο λένιν και με το διάολο είπε κι ο χαρίλαος, αλλά ο μητσοτάκης είναι ακόμα χειρότερος κι αυτό το λάθος δεν το έχουμε συζητήσει ανοιχτά μέχρι τώρα και κακώς.

Πόσο μάλλον όταν έχουμε να κάνουμε με τον ύψιλον και τον κάθε ύψιλον (κι εγώ κρύβω λίγο μέσα μου). Που δεν είναι ο διάολος, ούτε οπορτούνας ή μητσοτάκης, αλλά πρώην σύντροφος, πρώην με την οργανωτική έννοια και νυν κι αεί με όλες τις άλλες. Που όπως λέει κι ο ρούσης, οι πρώην παίζει να είναι ηγεμονεύουσα δύναμη στον αριστερό χώρο. Από τα λίγα καλά πράγματα που έχει πει τον τελευταίο καιρό.

Ο ύψιλον είναι ένα μνημείο διαλεκτικής κι αντιφάσεων, που συνυπάρχουν και παλεύουν μέσα του μέχρι να εξελιχθούν, να γίνουν κάτι άλλο, κριτική σκέψη, καλή ή κακή να το δούμε, αρχικά το καλοπροαίρετη έχει σημασία. Είναι το Υ του αρκτικόλεξου της περίφημης κκυ (κίνηση κριτικής υποστήριξης του κκε) μαζί με τον κομπάσο κι άλλο ένα κάπα που αγνοώ.

Πού έγκειται η αντίφαση; Τρία ποστ πριν, βριστήκαμε, αγαπηθήκαμε κι ο άθλιος εξήγησε ότι μπορεί κι εκφράζεται ελεύθερα, ακριβώς επειδή μας αγαπάει κι έχει την οικειότητα να μας βρίσει. Γιατί δεν αναγνωρίζουμε την ίδια διαλεκτική αντίφαση και στον ύψιλον; ‘Βρίζει’ το κόμμα γιατί το αγαπάει. Δεν ταυτίζεται, δεν είναι απέναντι, στηρίζει κριτικά, κι αυτό δε σημαίνει μόνο στήριξη, αλλά και κριτική. Κυρίως το δεύτερο ίσως, γιατί η κριτική δείχνει ενδιαφέρον, ενώ σκέτη στήριξη συνήθως είναι ρηχή, μεταφυσική, το πολύ να φτάσει στο επίπεδο της καψούρας, δε θα γίνει ποτέ ‘αγάπη’ συνειδητή.

Είναι φορές που χώνουμε στον ύψιλον σα να ‘ταν ο γιαροσένκο (που αναιρεί τις θέσεις του ο στάλιν στα οικονομικά προβλήματα στην εσσδ) (το βάζω γιατί ξέρω τι αγάπη του έχει του σφου με το μουστάκι ο ύψιλον).

Η κλασική πολεμική είναι η εξής: μπορούμε άραγε να πούμε όπως ο σ. γιαροσένκο ότι …; (αγωνία από κάτω) Όχι, δε μπορούμε να το πούμε αυτό. (φώτισε αμέσως το ζήτημα) Καμιά φορά ακολουθεί κι εξήγηση, άλλες φορές όχι, ή όχι τόσο ικανοποιητική. Αλλά βασικά το ζήτημα έχει λυθεί.

Άμα λέει μ-λ κίες βέβαια ο γιαροσένκο, να του χώσουμε με το παραπάνω. Αλλά το βασικό είναι να βρούμε το λογικό πυρήνα του και να προβληματιστούμε πάνω σε αυτόν. Κάποια αφετηρία πρέπει να έχει, κάπου να πατάει ο συλλογισμός του. Δε μπορεί, τόσοι γιαροσένκοι, κάτι καλό θα έχουν να πουν, όχι μόνο μ-λ κίες.

Οπότε αλληλεγγύη στον ύψιλον και το γιαροσένκο. Που είναι σαν εκείνο το παλιό σλόγκαν της ήβης. Όλοι έχουμε λίγη μέσα μας…