Οι τράπεζες και η ΕΕ: Από τη χρηματιστικοποίηση στη «δημοκρατία» των μετόχων

2 Φεβ.

Γιώργος Βασσάλος, Αναδημοσίευση από τη Λεύγα Νοέμβρη

(περιλαμβάνει και κάποιες επουσιώδεις παραπομπές, παραγράφους και εικόνες που λόγω χώρου δεν συμπεριλήφθηκαν στη Λεύγα)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πρώτα και κύρια μια ενιαία αγορά και μία νομισματική ζώνη. Η δημιουργία της σχετίζεται άμεσα με το μοντέλο ανάπτυξης που υιοθέτησε ο παγκόσμιος καπιταλισμός στη δεκαετία του ΄70, το οποίο έδινε αυξημένο ρόλο στις τράπεζες και τις υπόλοιπες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Στα είκοσι χρόνια ύπαρξης της ΕΕ, οι επιχειρήσεις αυτές είχαν καθοριστική πολιτική επιρροή σε στρατηγικής σημασίας ζητήματα. Σήμερα, προσπαθούν να επιβάλουν ένα νέο είδος ‘δημοκρατίας’. Και ίσως να τα καταφέρουν αν δεν αποσπασθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα από το κεφάλαιο για να τεθεί υπό λαϊκό – εργατικό έλεγχο.

Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ήταν κατά μία έννοια παρά ένα υποπροϊόν του τρόπου με τον οποίο ξεπέρασε προσωρινά ο καπιταλισμός την προηγούμενη μεγάλη κρίση του (1973): της χρηματιστικοποίησης και παγκοσμιοποίησης της οικονομίας. Ας επιχειρήσουμε μια απλοποίηση χάριν συντομίας: το πρόβλημα, όπως σε κάθε καπιταλιστική κρίση, οφειλόταν στον αντιφατικό μηχανισμό του οικονομικού αυτού συστήματος: κάθε όμιλος αυξάνει την παραγωγική του ικανότητα (και την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου) ώστε να επικρατήσει στον ανταγωνισμό. Το αποτέλεσμα είναι η αγορά σαν σύνολο να κατακλύζεται από προϊόντα, να δημιουργείται δηλαδή κατάσταση υπερπαραγωγής. Τα προϊόντα αυτά δεν μπορούν πια να πουληθούν σε τιμές που να εξασφαλίζουν αυξανόμενο κέρδος. Τη δεκαετία του ’70 αυτό ακριβώς παρατηρούταν: μια σταθερή υποχώρηση του ρυθμού αύξησης της κερδοφορίας. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει (επί %) τις μεταπτώσεις στο ποσοστό κέρδους των αμερικανικών εταιρειών την περίοδο 1950-2009.[1]

profits

Στο αδιέξοδο αυτό, δύο λύσεις υπάρχουν: ή θα αντιστοιχηθεί η παραγωγή στην κατανάλωση (θα αφιερωθεί δηλαδή στην κάλυψη των αναγκών των ανθρώπων) ή θα (εφ)ευρεθούν και θα κατακτηθούν νέες αγορές, νέα πεδία κερδοφορίας τα οποία –αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα εξαντληθούν κι αυτά στο μέλλον– μπορούν να εξασφαλίσουν την επιβίωση του συστήματος για ένα διάστημα. Στην πρώτη περίπτωση, πρέπει το κέρδος και η συσσώρευση κεφαλαίου να πάψουν να είναι το κίνητρο της οικονομικής ζωής, η κοινωνική τάξη που έχει συσσωρεύσει κεφάλαιο να απομακρυνθεί από την εξουσία και οι άνθρωποι να μπορέσουν να διαχειριστούν τις παραγωγικές τους δυνάμεις συλλογικά και για το κοινό τους καλό. Στη δεύτερη περίπτωση, οι κεφαλαιοκράτες βρίσκουν τρόπους να διατηρήσουν την κερδοφορία και την εξουσία τους μέχρι την επόμενη κρίση, στην οποία θα προσπαθήσουν πάλι να αυτοσχεδιάσουν για να βρουν λύσεις.

Το αμερικανικό κεφάλαιο, που βρισκόταν τη δεκαετία του ’70 στην κορυφή της παγκόσμιας ιεραρχίας, επέλεξε ως λύση τη χρηματιστικοποίηση της λειτουργίας των εταιρειών: καθιέρωσε την απόδοση κεφαλαίου στους μετόχους με βάση το προβλεπόμενο και όχι το πραγματικό κέρδος.[2] Η αξία της μετοχής έγινε έτσι το απόλυτο μέγεθος αξιολόγησης μιας επιχείρησης. Για να μπορέσουν οι εταιρείες να πιάσουν όσο γίνεται την πρόβλεψη κέρδους, προχωρούν σε όλες τις απαιτούμενες περικοπές και ριψοκίνδυνες επενδύσεις. Στο πλαίσιο αυτό μετέφεραν και μεγάλο μέρος της παραγωγής τους στον τρίτο κόσμο. Έτσι πολλαπλασιάστηκαν οι πολυεθνικές εταιρείες με επενδύσεις εκεί αλλά και στο εξωτερικό γενικά.[3]

Το μοντέλο αυτό εφαρμόστηκε αρχικά στην General Electric και γενικεύτηκε τάχιστα πρώτα στις ΗΠΑ και μετά σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο. Υποστηρίχτηκε από τις αλλαγές στη νομοθεσία, πρώτα στις ΗΠΑ από το 1979, που ήραν σειρά περιορισμών στη δραστηριότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Από τότε, πολλές βιομηχανικές εταιρείες πετυχαίνουν μεγαλύτερο ποσοστό κερδοφορίας στις χρηματοπιστωτικές αγορές παρά με την πώληση των προϊόντων τους. Αυτό δεν αλλάζει το ότι η βάση του όλου εποικοδομήματος είναι η υπεραξία που αποσπάται στη σφαίρα της παραγωγής. Δίνει όμως στο κεφάλαιο μεγάλη ευελιξία στη διαχείριση του προβλήματος της κερδοφορίας που παρουσιάζεται σε διάφορες αγορές προϊόντων ή υπηρεσιών.

Το δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο ήθελε ν’ ακολουθήσει κι αυτό το μοντέλο της General Electric, αλλά υπήρχε ένα σημαντικό εμπόδιο: οι χωριστές εθνικές αγορές δεν παρείχαν τον απαραίτητο «ζωτικό χώρο» για να ανδρωθούν στην Ευρώπη πολυεθνικά συγκροτήματα ικανά να ανταγωνιστούν με αξιώσεις τα αμερικάνικα (και ιαπωνικά) μέσα στο νέο παγκοσμιοποιημένο και χρηματιστικοποιημένο περιβάλλον. Έτσι λοιπόν, εταιρείες όπως η Phillips, η Volvo, η Fiat, η Siemens κ.ά. συγκρότησαν το 1983 τη Στρογγυλή Τράπεζα των Βιομηχάνων (ΕRT) για να προωθήσουν την άμεση υλοποίηση μιας υπόσχεσης που δόθηκε στη Συνθήκη της Ρώμης το 1957, όταν δημιουργήθηκε η ΕΟΚ, αλλά φάνταζε εξαιρετικά θολή τις δεκαετίες του ’60 και ’70: τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Το 1985 πέτυχαν την υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης που προγραμμάτιζε την υιοθέτηση εκατοντάδων ευρωπαϊκών οδηγιών που θα οδηγούσαν στη δημιουργία της ενιαίας αγοράς μέχρι το 1992. Σημαντική συνδρομή σ’ αυτή την επιτυχία των δυτικοευρωπαίων καπιταλιστών είχε ο τότε επίτροπος βιομηχανίας Ετιέν Νταβινιόν, μετέπειτα τραπεζίτης στη Société Génèrale de la Belgique και μέλος της Στρογγυλής Τράπεζας.[4]

davignon

Cartoon Bendib copyright free  1 http://www.bendib.com/

Ενιαίο νόμισμα και χρηματοπιστωτική απορρύθμιση: αχώριστοι φίλοι

Η ενοποίηση όμως των αγορών αγαθών δεν ήταν αρκετή. Η ελευθερία κυκλοφορίας των κεφαλαίων έπρεπε να τελειοποιηθεί. Ως αποτέλεσμα της απελευθέρωσής τους, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα σε παγκόσμια κυκλοφορία είχαν φτάσει το 1993 να έχουν αξία διπλάσια από το παγκόσμιο ΑΕΠ (το 1980 είχαν αξία ίση με το παγκόσμιο ΑΕΠ). Το αμερικανικό κεφάλαιο όμως είδε πολύ καλύτερη πρόσβαση στην αγορά  χρηματοπιστωτικών προϊόντων και το ευρωπαϊκό  χρειαζόταν μια δική του μεγάλη χρηματοπιστωτική αγορά.

Χωρίς ένα ενιαίο νόμισμα δεν θα μπορούσε να υπάρξει μια πραγματικά ενιαία τέτοια αγορά. Το αμερικανικό κεφάλαιο δεν έβλεπε αρνητικά μια τέτοια προοπτική, αφού θα άνοιγε και στο ίδιο νέα πεδία κερδοφορίας. Έτσι λοιπόν, η Στρογγυλή Τράπεζα δημιούργησε μια υποομάδα, τον Σύλλογο για την Νομισματική Ένωση της Ευρώπης (ΑΜUE), που αποτελούταν κι από κάποιες βιομηχανικές πολυεθνικές, αλλά τα 2/3 των μελών του ήταν τράπεζες συμπεριλαμβανομένων και αμερικανικών. Πρόεδρος μπήκε ο Νταβινιόν. Τη δεκαετία του ’90 ο AMUE οργάνωσε γύρω στα χίλια συνέδρια σε διάφορες χώρες για να προωθήσει το ευρώ. Η Κομισιόν δημιούργησε την «Ομάδα Εμπειρογνωμόνων για την εισαγωγή του ευρώ ως ενιαίου νομίσματος», που αποτελούταν από τρία μέλη του AMUE και άλλους εκπροσώπους εταιρειών. Από τη… μη εταιρική «κοινωνία των πολιτών» υπήρχε ένας μόνο εκπρόσωπος ένωσης καταναλωτών. Τα συμπεράσματα της ομάδας αυτής αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του σχεδίου που ακολούθησε η ΕΕ για την εισαγωγή του νέου νομίσματος.

Ήταν λοιπόν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των εκβιομηχανισμένων τραπεζών και των χρηματιστικοποιημένων βιομηχανιών που σχεδίασαν τη δομή του ευρώ, το οποίο άρχισε να κυκλοφορεί ως διεθνές λογιστικό νόμισμα την 1η Ιανουαρίου 1999. Στην κορυφή της δομής αυτής τοποθετήθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) με έδρα τη Φραγκφούρτη. Η ΕΚΤ ορίστηκε να διαχειρίζεται μαζί με τις κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών τα συστήματα πληρωμών, ενώ σε αυτή πέρασε το αποκλειστικό δικαίωμα να εγκρίνει την έκδοση χαρτονομισμάτων. Η διοίκησή της δεν υπάγεται σε κανέναν κοινοβουλευτικό έλεγχο. Διορίζεται έπειτα από μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε κυβερνήσεις. Η σταθερότητα των τιμών μέσω αυστηρών αντιπληθωριστικών πολιτικών καθορίστηκε ως μόνη αποστολή της. Πρόκειται δηλαδή για έναν οργανισμό που υιοθετεί πλήρως το μονεταριστικό δόγμα του Μίλτον Φρίντμαν, χωρίς να αναφέρει ούτε καν προσχηματικά στόχους όπως η ανάπτυξη, πόσο μάλλον η κοινωνική πρόοδος.

Το ίδιο έτος που εισήχθη το ευρώ ως διεθνές νόμισμα υιοθετήθηκε από τα όργανα της ΕΕ το Σχέδιο Δράσης για τις Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες (FSAP). Το σχέδιο είχε συνταχθεί και πάλι από μια ομάδα εμπειρογνωμόνων (High Level Strategy Review Group). Και τα δεκαέξι μέλη της εκπροσωπούσαν τράπεζες, ασφαλιστικές, επενδυτικές, traders και συνταξιοδοτικά ταμεία. «Κάθε κατακερματισμός της κεφαλαιακής αγοράς πρέπει να καταργηθεί» και το «κόστος κεφαλαιακής και χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης πρέπει να μειωθεί στο ελάχιστο», πρόσταζε το σχέδιο. Θεωρούσε μάλιστα ότι τα ασφαλιστικά ταμεία σε όλη την Ευρώπη έπρεπε να ακολουθήσουν το παράδειγμα των ολλανδικών, που τζόγαραν ήδη στις χρηματαγορές και διέθεταν προϊόντα αξίας ίσης με το 70% του τότε ολλανδικού ΑΕΠ. Τα δάνεια έπρεπε να γίνουν φθηνότερα και με κάθε τρόπο να δημιουργηθεί κεφάλαιο, έστω και πλασματικό.

Η κυρίαρχη προπαγάνδα (που λίγοι τότε αμφισβητούσαν) υποσχόταν ότι οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά θα ωφελούνταν, θα δημιουργούνταν θέσεις εργασίας και ανάπτυξη. Καμία ευρωπαϊκή αστική τάξη δεν είχε λόγο να αντιταχθεί, καθώς το πλάνο τις βόλευε όλες: oι χώρες του βιομηχανικού πυρήνα θα μπορούσαν να εξάγουν και να επενδύουν στις υπόλοιπες με μικρότερο κόστος, ενώ τα φθηνά δάνεια πρόσφεραν άμεση αναπτυξιακή προοπτική στις περιφερειακές χώρες. Από το 2003, οι ιδιωτικές τράπεζες της Ευρωζώνης μπορούσαν να δανείζονται με επιτόκιο 2% από την ΕΚΤ. Ειρωνικές φαντάζουν σήμερα οι διαβεβαιώσεις που δίνονταν τότε, ότι «η πολιτική της ενιαίας χρηματοπιστωτικής αγοράς έχει ήδη εγκαθιδρύσει ένα νομικό πλαίσιο που αποτελεί ανάχωμα απέναντι στα συστημικά ρίσκα», ενώ οι «καταθέτες και οι ασφαλισμένοι είναι καλά προστατευμένοι από το τραύμα της χρεοκοπίας».[5]

Ο δρόμος προς την «ολοκλήρωση» των ευρωπαϊκών χρηματαγορών ήταν ξεκάθαρος: δεν έπρεπε να βασίζεται στην εναρμόνιση των εθνικών ρυθμιστικών πλαισίων, αλλά στον αμοιβαίο σεβασμό κάποιων ελάχιστων κανόνων. Πάνω στη βάση αυτή, το 2001 ένας άλλος Βέλγος τραπεζίτης ο Αλεξάντερ Λαμφαλουσύ, σχεδίασε την ειδική διαδικασία λήψης αποφάσεων που θα ρύθμιζε την ενιαία ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά. Ο Λαμφαλουσύ είχε ξεκινήσει την καριέρα του από την ιδιωτική Τράπεζα Βρυξελλών, πριν περάσει στη Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών. Το 2007 έγινε μέλος της διεύθυνσης του γαλλικού ασφαλιστικού κολοσσού CNP Assurances.

Η διαδικασία που πήρε το όνομα του Λαμφαλουσύ προέβλεπε τέσσερα στάδια: 1. Το συμβούλιο και το κοινοβούλιο υιοθετούσαν (βάσει πρότασης της Κομισιόν πάντα) νομοθετήματα που περιείχαν κατευθυντήριες γραμμές. 2. Ειδικές επιτροπές υιοθετούσαν εφαρμοστικά μέτρα. 3. Ελεγκτικές αρχές διευκόλυναν τη σύγκλιση των διοικητικών πρακτικών 4. Η Κομισιόν έλεγχε αν τα κράτη-μέλη εφαρμόζουν τα παραπάνω. Οι ελεγκτικές αρχές του τρίτου σταδίου ήταν ντε φάκτο εξαρτημένες από τις συμβουλευτικές τους ομάδες που αποτελούνταν και πάλι κατά πλειοψηφία από εκπροσώπους χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (9 στις 13 της CESR, οι 6 της CEBS και η μία της CEIOPS). Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και με το τμήμα της Κομισιόν (ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς) που είναι υπεύθυνο για την πρώτη νομοθετική πρόταση.[6] Η διαδικασία Λαμφαλουσύ εξασφάλισε ότι μόνος σύμβουλος των ευρωενωσιακών θεσμών στη λήψη αποφάσεων θα ήταν οι ίδιες οι τραπεζικο-ασφαλιστικο-λογιστικο-επενδυτικές επιχειρήσεις και ότι καμία απόφαση δεν θα λαμβανόταν χωρίς μακρά διαβούλευση μαζί τους.

Το πρώτο νομοθέτημα που είδε το φως της μέρας με βάση τη διαδικασία Λαμφαλουσύ ήταν η «Οδηγία για τις Αγορές Χρηματοπιστωτικών Μέσων» (MiFID) το 2004. Η οδηγία αυτή αντικατέστησε την αρχή του από κοινού σεβασμού ελάχιστων ρυθμίσεων με την αρχή της μέγιστης ρύθμισης. Τα κράτη-μέλη δεν επιτρεπόταν από εδώ και πέρα να επιβάλλουν παραπάνω όρια απ’ ό,τι προβλεπόταν σε επίπεδο ΕΕ. Μέχρι το 2005, η αξία των χρηματοπιστωτικών προϊόντων σε παγκόσμια κυκλοφορία είχε φτάσει το 316% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Ένα σύντομο πανηγύρι

Η χρηματοπιστωτική απελευθέρωση δεν είχε παρά πολύ πρόσκαιρα σκεπάσει το βαθύτερο πρόβλημα. Τη δεκαετία του 2000, η διαφορά ανάμεσα σε παραγωγική ικανότητα και παραγωγή ήταν η μεγαλύτερη από τη δεκαετία του ’30. Οι παραφουσκωμένες προσδοκίες κέρδους από τις «νέες τεχνολογίες» και τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού διατηρούσαν αξιοπρεπείς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά, με την κερδοφορία στην παραγωγή να αγκομαχά, αναπόφευκτα κάποια στιγμή οι χρηματαγορές έπαψαν να μπορούν να  κρύβουν το πρόβλημα.

Έτσι έσκασε η φούσκα των ακινήτων στις ΗΠΑ, και τράβηξε μαζί της τη Lehman Brothers, η κατάρρευση της οποίας έστειλε ωστικά κύματα στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά. Ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έσπρωχναν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δημοσίου χρήματος σε δάνεια και εγγυήσεις για να σώσουν τις ιδιωτικές τράπεζες, ο Μπαρόζο και ο Βαν Ρόμπει δημιουργούσαν μια Επιτροπή Σοφών για να επανεξετάσει το ελεγκτικό πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ. Πρόεδρος της χρίστηκε ο επικεφαλής του ΔΝΤ στη χρυσή περίοδο της έκρηξης του χρέους του τρίτου κόσμου (1978-1987), ο Ζακ Ντελαροζιέ. Ο Ντελαροζιέ είναι επίσης συνδεδεμένος με την PNB-Paribas, που γιγαντώθηκε με τα πακέτα διάσωσης. Πέντε από τα οκτώ μέλη αυτής της επιτροπής προέρχονταν από γνωστές μεγάλες τράπεζες (Goldman Sachs, Citigroup, Barclays κ.ά.).[7] Πρότειναν την αντικατάσταση των επιτροπών Λαμφαλουσύ από νέες αρχές με αναβαθμισμένο στάτους.

Λόγω του θορύβου που είχε προκληθεί για την κυριαρχία των τραπεζικών συμφερόντων στην ΕΕ, οι ευρωβουλευτές πέρασαν κάποιες τροπολογίες που περιόριζαν τον αριθμό των τραπεζο-συμβουλατόρων στο 1/3 των μελών των συμβουλευτικών ομάδων. Του κάκου όμως. Το 2010, όταν δημιουργήθηκαν οι νέες αρχές, έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια τη νομοθεσία και με διάφορα τεχνάσματα ξαναέδωσαν την πλειοψηφία στα ίδια περίπου συμφέροντα με πριν. Έτσι, οι ευρωπαϊκές ομοσπονδίες καταναλωτών και μικρών επενδυτών τρέχουν τώρα να βρουν τα δίκια τους στον –διακοσμητικό– Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.[8] Για την αντιμετώπιση της κρίσης (των τραπεζών), επίσης, η ΕΚΤ έριξε το επιτόκιο δανεισμού της προς τις τράπεζες στο 1% το 2009 και στο 0,75% το 2012.

Άλλη συμβολική φιγούρα του «τέλους του άγριου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού», που κήρυξε ο Σαρκοζί στα τέλη του 2008 και φυσικά δεν ήρθε πότε, είναι ο Τσάρλι ΜακΚρίβυ. Πριν αποχωρήσει από Νο 1 Ευρωπαίος ρυθμιστής των αγορών (Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς), είπε: «κομμάτι της εξήγησης της κρίσης βρίσκεται στο γεγονός ότι ακούγαμε μόνο τους τραπεζίτες». Και μετά έπιασε δουλειά στο τμήμα παραγώγων της Bank New York Mellon…

Το δούλεμα συνεχίζεται

Τελικά – τι έκπληξη!– το νέο σύστημα που συμβούλεψαν να στηθεί οι τραπεζίτες για να επιτηρεί τη λειτουργία των τραπεζών απέτυχε παταγωδώς: έκρινε τις Dexia και Bankia υγιέστατες λίγους μήνες κι ένα χρόνο αντίστοιχα πριν από την κατάρρευσή τους. Σε επίσημα έγγραφα της πλέον, η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι 4,5 τρισεκατομμύρια ευρώ ή το 1/3 του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ έχουν δοθεί σε δάνεια και εγγυήσεις για να σωθούν οι τράπεζες. Αυτό το βρίσκει «απαράδεκτο». Αλλά τι αντιπροτείνει; Αντί να «σώζουν» οι φορολογούμενοι των κρατών της Ευρωζώνης κάποια κράτη που αδυνατούν να σώσουν μόνα τους τις τράπεζές τους (π.χ. Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία), να σώζουν συλλογικά  όλοι οι φορολογούμενοι όλες τις τράπεζες . Αυτό θα γίνει όταν δοθεί –στα πλαίσια της «Τραπεζικής Ένωσης» – η δυνατότητα στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) να χρησιμοποιεί το κεφάλαιό του για να ανακεφαλαιοποιεί τράπεζες, Προς το παρόν, η άμεσα συνδεδεμένη μαζί του ΕΚΤ αναλαμβάνει μεγάλο μέρος του έργου επιτήρησης που μέσα σε ένα μόλις χρόνο έδειξαν ότι αδυνατούν να φέρουν σε πέρας οι… αναβαθμισμένες ελεγκτικές αρχές του Ντελαροζιέ. [9]

tax-havens-cartoon

Το κεφάλαιο του ΕΜΣ προέρχεται φυσικά από τους φόρους των εργαζομένων, που αποτελούν σε όλα τα κράτη το συντριπτικό κομμάτι των κρατικών εσόδων. Και, με βάση την πρόσφατη αλλαγή στη Συνθήκη, τα κράτη είναι υποχρεωμένα να συμβάλουν στον ΕΜΣ το ποσοστό που έχει καθοριστεί ότι τους αναλογεί ανά πάσα στιγμή, χωρίς κανένα κοινοβουλευτικό έλεγχο. Οι αποφάσεις στον ΕΜΣ παίρνονται με πλειοψηφία 85% και ο αριθμός ψήφων κάθε χώρας καθορίζεται από το κατατεθειμένο κεφάλαιο. Η Γερμανία έχει δικαίωμα βέτο αφού διαθέτει πάνω από το 15% των ψήφων. Αυτή λοιπόν θα αποφασίζει ποιες τράπεζες και ποια κράτη θα ‘σωθούν’ και πώς.. Επιπλέον, η διοίκηση του ΕΜΣ απολαμβάνει πλήρους νομικής ασυλίας.

«Η δημοκρατία τελειώνει εκεί που αρχίζει η πιστωτική αφερεγγυότητα ενός κράτους», είπε κάποιος. Με επίσημη επιστολή, το γερμανικό υπουργείο οικονομικών ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση αυξημένα δικαιώματα για τους ελεγκτές της Τρόικας και πιο αυτόματη ισχύ των εντολών τους. Το ίδιο γίνεται στην ουσία σε όλες τις χώρες που είναι υπό την εποπτεία της Κομισιόν και της ΕΚΤ, αφού δανείστηκαν από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης και την ΕΚΤ. «Αφού δε μπορείτε να πληρώσετε, χάνετε και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης σας»: τόσο απλό και νεοαποικιακό είναι το μήνυμα της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης, που προς το παρόν φαίνεται να εξασφαλίζει τη λαϊκή αποδοχή στις χώρες του κέντρου.

Με τα νομοθετήματα για την οικονομική διακυβέρνηση, τον ΕΜΣ και την Τραπεζική Ένωση η δημοκρατική κυριαρχία όπως είχε εγκαθιδρυθεί με τις αστικές επαναστάσεις του 18ου και 19ου αιώνα θα δεχτεί ένα ακόμα ισχυρό πλήγμα και θα πάψει να σημαίνει πια και πολλά. Οι εθνικοί προϋπολογισμοί θα συντάσσονται με την υποχρέωση να ακολουθούνται οι έξωθεν συστάσεις όταν ένα κράτος δυσκολεύεται να πληρώσει το χρέος του. Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις απαγορεύεται να καταλήγουν σε «απερίσκεπτες» αυξήσεις όταν η οικονομία του κράτους δεν κρίνεται αρκετά ανταγωνιστική ώστε να μπορεί αυτό να πληρώνει το χρέος του. Άλλα, για μια στιγμή: και ποιος τελικά μπορεί να πληρώνει; Πώς γίνεται 13 στις 17 χώρες της Ευρωζώνης να έχουν «υπερβολικά» ελλείμματα; Πώς γίνεται η ισχυρότερη οικονομία του κόσμου να έχει χρέος πάνω από 100% του ΑΕΠ; Φυσικά και γίνεται, γιατί το διεθνές οικονομικό σύστημα χρησιμοποίησε τα τελευταία 30 χρόνια το χρέος ως βασικό κινητήρα του. Και τώρα ζητάει και τα ρέστα: «Χρωστάτε και δεν έχετε λεφτά. Άρα δώστε τη δημοκρατία σας». Κανένα πρόβλημα για την καπιταλιστική τάξη. Ούτως ή άλλως ο μεταπολεμικός συσχετισμός που καθόρισε πόλλά από τα χαρακτηριστικά των δημοκρατιών ποτέ δεν της άρεσε. Ούτως ή άλλως ακόμα και το γενικό δικαίωμα ψήφου, η νομιμότητα της ταξικής οργάνωσης της εργατικής τάξης σε συνδικάτα, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και πολλά άλλα ποτέ δεν ήταν του γούστου της. Ιδού πώς το χρέος χρησιμοποιείται ως η αιχμή του δόρατος για την ακύρωση κάθε κατάκτησης της ‘εποχής των άκρων’ όπως την ονόμασε ο Ε. Χόμπσμπάουμ.

Η ΕΕ, λοιπόν, που παρίστανε τον «εγγυητή της δημοκρατίας» στην Ευρώπη μετά την πτώση των «ολοκληρωτικών καθεστώτων» που την «απειλούσαν», έρχεται τελικά να επιβάλει τον τρόπο λειτουργίας των μετοχικών εταιρειών στις σχέσεις αλλά και τη διακυβέρνηση των εθνών: δεν είμαστε πλέον στο μία χώρα = μία ψήφος ή στο μία χώρα = χ ψήφοι, ανάλογα με τον πληθυσμό της, αλλά στο τόσες μετοχές στην ΕΚΤ/ στο ΕΜΣ = τόσοι ψήφοι. Και η Γερμανία θα είναι ο ηγεμόνας της νέας αυτής μεταδημοκρατικής μετοχικής Ευρώπης. Κανένας δεν εγγυάται βέβαια ότι το νέο σύστημα θα λειτουργήσει· η ίδια η ΕΚΤ προειδοποιούσε ότι δεν έχει διοικητικά τη δυνατότητα να επιτηρεί 6.000 τράπεζες, ενώ αμφιβολίες ακούστηκαν και από το ίδιο το γερμανικό υπουργείο οικονομικών. Όποτε η Γερμανία θεωρήσει ότι η διατήρηση της συμμαχίας δεν ωφελεί τη βιομηχανική της βάση και την κυριαρχία της, η συμμαχία θα διαλυθεί.

Η περιβόητη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που θα συνέβαινε στην Ευρώπη μετά το σοκ του 2008 λίγα έχει αλλάξει. Τα νομοθετήματα για τα hedge funds (2009), τα παράγωγα και τα CDS (2011) και η αναθεώρηση της οδηγίας MiFID (2012-13) δεν πρόκειται να φρενάρουν τη γιγάντωση των αγορών πλασματικού χρήματος, ούτε να περιορίσουν τη χρήση τους για τον έλεγχο εκ μέρους του ολιγοπωλιακού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου υλικότατων πραγμάτων όπως η παραγωγή τροφίμων, η καλλιεργήσιμη γη, οι ενεργειακές και άλλες υποδομές. Οι μηχανισμοί ελέγχου που δημιουργούνται δεν θα έχουν ποτέ την οικονομική και τεχνολογική δυνατότητα να παρακολουθούν την ταχύτητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Δεν πρόκειται καν να περιορίσουν την κερδοσκοπία με το κρατικό χρέος. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, θα ξαναδούμε τον Τσαρλς Νταλάρα του Διεθνούς Τραπεζικού Ινστιτούτου (IIF) να ξαναμπαίνει στη Σύνοδο Κορυφής για να διαπραγματευτεί με τις κυβερνήσεις τους όρους μιας επόμενης μερικής ή ολικής χρεοκοπίας της Ελλάδας ή κάποιας άλλης χώρας.

Και οι διάφορες Barclays θα συνεχίσουν να μανιπουλάρουν τα διάφορα συστήματα αυτορρύθμισης, όπως τον δείκτη LIBOR, και να βγάζουν δισεκατομμύρια ατιμωρητί. Δεν είναι ότι το σύστημα αφήνει να γίνονται σκάνδαλα· το ίδιο το σύστημα είναι το πιο απροκάλυπτο σκάνδαλο: η τελική λεηλασία της εργασίας και της φύσης, θεσμοθετημένη σε νομοθετήματα και ρυθμιστικά πλαίσια που εισηγούνται οι ίδιοι οι άρπαγες. Τα νέα πεδία κερδοφορίας που επιχειρούν να βρουν είναι η παραπέρα εμπορευματοποίηση της φύσης, με τη δημιουργία μιας αγοράς βιοποικιλότητας και τη συνέχιση της εμπορίας εκπομπών CO2, η κερδοσκοπία γύρω από ειδικά ευρωομόλογα για έργα υποδομής (νέες επιδοτήσεις στις πολυεθνικές),[10] η λεηλασία πλουτοπαραγωγικών πηγών μέσω (και ενδοευρωπαϊκών) αποικιοκρατικών ιδιωτικοποιήσεων και πολέμων, και φυσικά η ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης με την επιστροφή σ’ έναν εργασιακό και κοινωνικό 19ο αιώνα.

Το πλιάτσικο θα συνεχιστεί εκτός αν κατορθώσουμε να αποσπάσουμε το τραπεζικό σύστημα από τους μετόχους και τα όργανα της ΕΕ. Ως προς αυτό, χρήσιμο θα ήταν να σχηματίζαμε μια πιο συγκεκριμένη ιδέα σχετικά με το από που θα μπορούσε να χρηματοδοτείται και τι να χρηματοδοτεί για να λειτουργήσει όχι με σκοπό την κερδοφορία του αλλά ως δημόσια υπηρεσία κάτω από την εξουσία των εργαζομένων πολιτών.


[1] Henri Houben, La crise de trente ans – La fin du capitalisme?, Aden, Βρυξέλλες 2012

[2] Jo Cottenier & Henri Houben: «System crisis», http://www.iccr.gr/site/en/issue1/system-crisis.html.

[3] Οι πολυεθνικές εταιρείες είχαν τετραπλασιαστεί από το τέλος του Β΄ Π. Π. ως το 1970, αλλά οκταπλασιάστηκαν από το 1970 ως το 2000.

[5] «Implementing the framework for financial markets: Action Plan Communication of the Commission COM (1999)», http://ec.europa.eu/internal_market/finances/docs/actionplan/index/action_en.pdf.

[6] «A Captive Commission: The role of the financial industry in shaping EU regulation», http://www.greenpeace.org/eu-unit/Global/eu-unit/reports-briefings/2009/11/a-captive-commission-5-11-09.pdf.

[7] «Would you bank on them? Why we shouldn’t trust the EU’s financial “wise men”», http://archive.corporateeurope.org/docs/would-you-bank-on-them.pdf.

[8] EU Ombudsman to probe financial supervision authorities EBA and EIOPA, http://www.beuc.org/custom/2011-09744-01-E.pdf.

[9] A Roadmap towards a Banking Union – Brussels, 12.9.2012, http://ec.europa.eu/news/eu_explained/120917_en.htm.

[10] Antonio Tricarico, «The European crisis in the context of finance capitalism» , http://corporateeurope.org/publications/eu-crisis-conference-essays

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Οι τράπεζες και η ΕΕ: Από τη χρηματιστικοποίηση στη «δημοκρατία» των μετόχων”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: