‘Ανεύθυνοι αγώνες, τέλος!’ – Η ΕΕ ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς της με τα εργατικά δικαιώματα

1 Αυγ.

Δύο μήνες μετά την πρώτη δημοσίευσή του στη Λεύγα #7 παρουσιάζουμε – σε πρώτη ηλεκτρονική μετάδοση – ένα άρθρο της Χλόης Πετρίδου που εξετάζει τη στάση της ΕΕ απέναντι στους εργατικούς αγώνες. Το πρόσφατο περιστατικό της βίαιης εισβολής των ΜΑΤ στην απεργία της Ελληνικής Χαλυβουργίας δεν είναι ξεκομμένο από τις εξελίξεις σε όλη την ΕΕ. Η Κομισιόν προωθεί νομοθέτημα που θα περιορίσει δικαστικά το δικαίωμα της απεργίας σε όλη την ΕΕ. Η διαδικασία πάγωσε τον Ιούνιο λόγω διαφωνιών που εκφράστηκαν από εθνικά κοινοβούλια, αναφορικά τόσο με τη διαδικασία όσο και την ουσία της πρότασης. Παρ’όλα αυτά, η Κομισιόν δεν είναι διατεθειμένη να κάνει πίσω, και αναμένεται να επανέλθει το Σεπτέμβρη με νέα πρόταση, πιο φτιασιδωμένη αλλά το ίδιο επικίνδυνη.

Ι. Εσωτερική αγορά überalles

Από την υπογραφή των ιδρυτικών Συνθηκών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΟΚ, ΕΚΑΧ, ΕΚΑΕ) τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα, οι  επιχειρηματικές ελευθερίες και ο «ανόθευτος» ανταγωνισμός, δηλαδή οι ελευθερίες  του κεφαλαίου, προηγούνται σε σχέση με τα δικαιώματα και μέτρα προστασίας της εργασίας. Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται τόσο στη δομή των Συνθηκών, όπου οι οικονομικές ελευθερίες εχουν περίοπτη θέση, ενώ λείπει αντίθετα μια λίστα θεμελιωδών ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όσο και στα νομικά εργαλεία και το πεδίο δράσης της ΕΕ, που είναι αντίστοιχα ισχυρά και ευρεία στην περίπτωση των «οικονομικών ελευθεριών», με άμεσες εξουσίες κύρωσης, ενώ αντίθετα πολύ περιορισμένα στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής. Συναφώς, οι εταιρίες έχουν άμεση πρόσβαση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου (ΔΕΕ), για να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους που θίγονται π.χ. από αποφάσεις της Κομισιόν σε θέματα ανταγωνισμού, ενώ αντίθετα για τα συνδικάτα δεν υπάρχει καμία ειδική ούτε γενική πρόβλεψη για την υπεράσπιση των εργατικών κεκτημένων έναντι σε νομοθετήματα της ΕΕ που τα αποψιλώνουν.

Υποτίθεται βέβαια ότι οι αναδιανεμητικές πολιτικές, όπως η κοινωνική και η φορολογική, έχουν αφεθεί βασικά στην αρμοδιότητα των Κρατών, δηλαδή στο επίπεδο μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, ενώ τα «τεχνοκρατικά» θέματα της οικονομίας και της επίβλεψης των αγορών τα αναλάμβανε η ΕΕ. Αλλά αυτή η διάκριση ούτε απόλυτη ούτε σαφής είναι, και στην πραγματικότητα το πεδίο των οικονομικών ελευθεριών – πυλώνων της ΕΕ, έχει de facto και de jure επεκταθεί και συρρικνώσει τις δυνατότητες άσκησης εθνικής κοινωνικής πολιτικής και οργάνωσης των εργασιακών σχέσεων, ανάγοντας μισθούς, κοινωνικές παροχές και εταιρική φορολογία είτε σε παράγοντες ανταγωνισμού και δείκτες ανταγωνιστικότητας, που πρέπει να προσαρμοσθούν αναλόγως, είτε σε εμπόδια για την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς που πρέπει απλά να εξαλειφθούν. Πρόσφατο παράδειγμα τέτοιου επεκτατισμού αποτελεί το πακέτο της οικονομικής διακυβέρνησης, που βάζει ολόκληρους τους κρατικούς προϋπολογισμούς υπό εποπτεία ΕΕ, ενώ κατά καιρούς το ΔΕΕ έχει ερμηνεύσει ως εμπόδια στην εσωτερική αγορά το κλείσιμο οδικών αρτηριών από διαμαρτυρόμενους αγρότες[1], αλλά και, όπως θα συζητηθεί στη συνέχεια, τη συνδικαλιστική δράση.

Ισχύει ότι με τις τροποιήσεις των Συνθηκών, η ΕΟΚ, που έγινε ΕΚ, και τώρα ΕΕ, «είδε» σταδιακά τις νομοθετικές της αρμοδιότητες στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, συμπεριλαμβανόμενων των εργασιακών, να επεκτείνονται, ενώ τα σχετικά νομικά εργαλεία γίνονταν ισχυρότερα: με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη εισάγεται η δυνατότητα υιοθέτησης ελάχιστων ευρωπαϊκών προδιαγραφών για τις εργασιακές συνθήκες, ενώ με το Μάαστριχτ αναγνωρίζεται επίσημα ο ευρωπαϊκός κοινωνικός διάλογος ως μέσο προετοιμασίας της νομοθεσίας.[2] Επιπλέον, κατά ορισμένους η Συνθήκη της Λισαβόνας θέτει σε άλλη βάση τη σχέση μεταξύ αγοράς και εργασιακών δικαιωμάτων διότι αναγράφεται πλέον ως στόχος της εσωτερικής αγοράς η ‘κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας’ (…), ενώ ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων εξισώνεται με τις Συνθήκες. Ωστόσο, πέρα από τις εντυπώσεις, ο ευρωπαϊκός κοινωνικός διάλογος έχει αποτύχει παταγωδώς,[3] ενώ οι χρηματοδοτούμενες από την Κομισιόν ευρωπαϊκές ομοσπονδίες συνδικάτων έχουν καιρό να δώσουν δείγματα μαχητικότητας. Ακόμα κι αν ο Χάρτης προστέθηκε στα «συνταγματικά» κείμενα της ΕΕ, είναι αμφίβολο κατά πόσο το ΔΕΕ θα του δώσει πλήρη νομική ισχύ.  Τέλος, ακόμα και σήμερα, η υιοθέτηση ελάχιστων προδιαγραφών, μεταξύ άλλων, προστασίας της υγιεινής και της ασφάλειας του χώρου εργασίας (άρθρο 153 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, (ΣΛΕΕ)), υπόκειται στον όρο ότι: «αποφεύγεται η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών, οι οποίοι θα παρεμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων». Σύμφωνα με τους ορισμούς της Κομισιόν, «μικρομεσαίες» αποτελούν το 99% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων[4].

ΙΙ. Υποθέσεις Βίκιγκ-Λαβάλ: εργατικοί αγώνες υπό αίρεση

Η αντίθεση θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων και αγοράς δεν είναι καινούρια ιστορία. Δείγματα είχαν φανεί και στο νομοθετικό επίπεδο, όπως με την περίφημη Οδηγία Μπολκεστάιν, αλλά και στη νομολογία του ΔΕΕ. Το τελευταίο, με δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν με διαφορά λίγων ημερών το 2007, έριξε τελικώς το γάντι στα συνδικάτα, θέτοντας τη συλλογική δράση για την υπεράσπιση εργασιακών δικαιωμάτων υπό την αίρεση της μη παρεμπόδισης της άσκησης των οικονομικών ελευθεριών.

Οι δύο αποφάσεις εκδόθηκαν κατόπιν αιτημάτων εθνικών δικαστηρίων για ερμηνευτικές υποδείξεις σε υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιόν τους. Αφορούσαν δράσεις σκανδιναβικών συνδικάτων κατά εταιριών που ετοιμάζονταν να εκμεταλλευτούν τις νέες «ευκαιρίες» που πρόσφερε η ΕΕ με τη διεύρυνση του 2004 και την εισροή φθηνού εργατικού δυναμικού από τα νέα Κράτη Μέλη.

Στην υπόθεση Βίκιγκ[5], το 2003, η ομώνυμη φινλανδική ακτοπλοϊκή εταιρία ανακοίνωσε στο φινλανδικό συνδικάτο ναυτεργατών ότι σκόπευε να εγγράψει ένα από τα πλοία της, μέχρι τότε υπό φινλανδική σημαία, στα νηολόγια της Εσθονίας, και να προσλάβει εσθονικό πλήρωμα. Το συνδικάτο απείλησε την εταιρία με απεργία ζητώντας να εφαρμοστούν οι φινλανδικοί νόμοι και συλλογικές συμβάσεις και να μη γίνουν απολύσεις, ακόμα και στην περίπτωση που άλλαζε η σημαία. Παράλληλα, η διεθνής ομοσπονδία συνδικάτων εργαζομένων στις μεταφορές έστειλε εγκύκλιο στα μέλη της καλώντας τα να μην διαπραγματεύονται με την εταιρία Βίκιγκ, και απείλησε να μποϋκοτάρει όλα τα πλοία της εταιρίας αν αυτή δε συμμορφωνόταν. Η εταιρία υποχώρησε, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις του συνδικάτου, αλλά η εγκύκλιος της διεθνούς ομοσπονδίας παρέμεινε σε ισχύ, στα πλαίσια της πολιτικής της ενάντια στις σημαίες ευκαιρίας, πράγμα που εμπόδιζε τη Βίκιγκ να προχωρήσει σε αλλαγή σημαίας. Μόλις η Εσθονία εισήλθε στην ΕΕ, το 2004, η εταιρία, επικαλούμενη την ελευθερία εγκατάστασης υπό το ευρωπαϊκό δίκαιο, επιτέθηκε στη συνδικαλιστική ομοσπονδία και το φινλανδικό συνδικάτο ενώπιον των βρεττανικών δικαστηρίων (η ομοσπονδία είχε την έδρα της στο Λονδίνο), ζητώντας την ανάκληση της εγκυκλίου. Η πρωτόδικη απόφαση δικαίωσε την εταιρία αλλά τα συνδικάτα άσκησαν έφεση.

Τότε το βρεττανικό δικαστήριο ζήτησε υποδείξεις από το ΔΕΕ. Στην πολυαναμενόμενη απόφασή του, το ΔΕΕ αρνήθηκε να εξαιρέσει τη συνδικαλιστική δράση από τις εξουσίες δικαιοδοσίας του, παρόλο που, όπως ειπώθηκε, η ΕΕ δεν έχει παρά μόνο περιορισμένες αρμοδιότητες στον τομέα των εργασιακών σχέσεων, ενώ το δικαίωμα της απεργίας εξαιρείται ρητά από τη δράση της (άρθρο 153 (5) ΣΛΕΕ). Έτσι, το Δικαστήριο θεώρησε τη συνδικαλιστική δράση ως περιορισμό της ελευθερίας εγκατάστησης της Βίκιγκ, δηλαδή της δυνατότητας να αυξήσει τα κέρδη της πληρώνοντας χαμηλότερους μισθούς στην Εσθονία. Τέτοιοι περιορισμοί κατ’αρχήν απαγορεύονται. Όμως, το ΔΕΕ εν τη σοφία του έκρινε ότι, ενδεχομένως και εξαιρετικά, μπορεί τέτοια δράση να δικαιολογηθεί με βάση συγκεκριμένους όρους, δηλαδή θα πρέπει να σκοπεύει να προστατεύσει θέσεις ή συνθήκες εργασίας, να έχουν εξαντληθεί οι άλλοι τρόποι επίλυσης της διαφοράς, και ευρύτερα, να είναι η δράση αναγκαία και όχι δυσανάλογη σε σχέση με το σκοπό που υπηρετεί. Η τελική κρίση για το αν αυτοί οι όροι τηρούνται ανήκει, όχι στα συνδικάτα, αλλά στα δικαστήρια. Με αυτόν τον τρόπο, το ΔΕΕ έχρισε το εκάστοτε εθνικό δικαστήριο τοποτηρητή της σκοπιμότητας οποιασδήποτε συλλογικής δράσης.

Στη δεύτερη υπόθεση[6], η λεττονική εταιρία Λαβάλ μέσω της σουηδικής θυγατρικής της είχε υπογράψει συμβόλαιο κατασκευής ενός σχολείου στα προάστια της Στοκχόλμης, για την υλοποίηση του οποίου εισήγαγε Λεττονούς εργάτες. Το ισχυρό σουηδικό συνδικάτο οικοδόμων ζήτησε από τη Λαβάλ να υπαχθούν οι εργάτες στο καθεστώς της σουηδικής κλαδικής συλλογικής σύμβασης, αλλά η εταιρία αρνήθηκε, με το επιχείρημα ότι είχε ήδη υπογράψει αντίστοιχη συλλογική σύμβαση στη Λεττονία – το ωρομίσθιο των Λεττονών οικοδόμων αντιστοιχούσε περίπου στο μισό του Σουηδού. Μετά από σειρά αποτυχημένων προσπαθειών διαπραγμάτευσης, το συνδικάτο μπλόκαρε το εργοτάξιο της Λαβάλ, μην αφήνοντας εργάτες να εισέλθουν ούτε υλικά να παραδοθούν. Ένα μήνα μετά την έναρξη της κινητοποίησης, το συνδικάτο των ηλεκτρολόγων κήρυξε απεργία αλληλεγγύης, καλύπτοντας όσα μέλη του εργάζονταν σε σουηδικές εταιρίες που αναλάμβαναν εργασίες στα εργοτάξια της Λαβάλ. Η εταιρία κατέφυγε στα σουηδικά εργατικά δικαστήρια κατά των δύο συνδικάτων, ζητώντας την παύση των κινητοποίησεων και αποζημίωση. Η προσωρινή απόφαση του σουηδικού δικαστηρίου δικαίωσε τα συνδικάτα, αλλά η Λαβάλ την προσέβαλε, και τότε το δικαστήριο απευθύνθηκε στο ΔΕΕ. Δύο μήνες μετά, και ενώ το ζήτημα είχε πάρει διπλωματικές διαστάσεις και η πίεση από τα συνδικάτα κορυφωνόταν με νέες δράσεις αλληλεγγύης, η Λαβάλ διέκοψε τις εργασίες της στη Σουηδία, ενώ η σουηδική θυγατρική της κήρυξε πτώχευση. Ο σουηδικός ΣΕΒ από την αρχή στήριξε τις ενέργειες της λεττονικής εταιρίας κατά των σουηδικών συνδικάτων, και συνέβαλε στην κάλυψη των δικαστικών εξόδων της.

Όπως και με την υπόθεση Βίκιγκ, το ΔΕΕ αρνήθηκε να εξαιρέσει τη νόμιμη συνδικαλιστική δράση από το νομικό φίλτρο, ή τη μέγγενη, της εσωτερικής αγοράς. Θεώρησε βέβαια και πάλι, ότι κατ’εξαίρεση, μπορεί να δικαιολογηθεί, εφ’όσον στοχεύει στην αποφυγή του κοινωνικού ντάμπιγκ. Ένα επιπλέον στοιχείο αφορούσε την ερμηνεία μιας Οδηγίας του 1996 για τους προσωρινά αποσπασμένους (και νοικιασμένους) εργαζόμενους, που υποχρέωνε τα Κράτη Μέλη υποδοχής να τους προστατεύουν, σε θέματα μισθών και ασφάλισης, με αντίστοιχο τρόπο όπως αυτούς που ζουν και εργάζονται μόνιμα στο έδαφός τους. Η Οδηγία είχε υιοθετηθεί ως μέτρο προώθησης της ελευθερίας εγκατάστασης μέσω της καταπολέμησης του αθέμιτου ανταγωνισμού (συνθήκες εργασίας=όροι ανταγωνισμού).  Σε αντίθεση με την περίπτωση που θα είχε υιοθετηθεί ως μέτρο κοινωνικής πολιτικής, παρέμενε ασαφές εάν τα Κράτη Μέλη μπορούν να υιοθετούν μέτρα πιο προστατευτικά των εργαζομένων από αυτά  της Οδηγία, ή εάν οι όροι της Οδηγίας αποτελούν πλαφόν : το ΔΕΕ απάντησε το δεύτερο. Ο εργοδότης είχε υποχρέωση να συμμορφώνεται μόνο με τις ελάχιστες προδιαγραφές της Οδηγίας, όπως ενσωματώθηκε στο σουηδικό δίκαιο με κανόνες «γενικής εφαρμογής» αλλά όχι στις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις που θέτουν αυστηρότερους όρους, και επομένως η δράση των σουηδικών συνδικάτων δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί με τα κριτήρια του ΔΕΕ.

Ενώ η υπόθεση Βίκιγκ λύθηκε τελικώς εξωδικαστικά, στη Λαβάλ το σουηδικό εργατικό δικαστήριο, ακολουθώντας την (πρακτικά δεσμευτική) συμβουλή του ΔΕΕ, μετέβαλε την προηγούμενη απόφασή του, με την οποία είχε κρίνει τις κινητοποιήσεις νόμιμες, και επιδίκασε υπέρ της εταιρίας αποζημίωση και δικαστικά έξοδα με τόκο, συνολικά περίπου 342.000 ευρώ (60.000 για ηθική βλάβη, 230.000 δικαστικά έξοδα, και 52.000 ευρώ τόκο). Το ποσό αυτό θα μπορούσε εύκολα να είναι κατά περίπου 140.000 ευρώ μεγαλύτερο, αν το δικαστήριο είχε δεχτεί και το αίτημα για αποζημίωση υλικής βλάβης – που απορρίφθηκε λόγω έλλειψης επαρκών αποδείξεων.

Με τις δύο αποφάσεις του το ΔΕΕ άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου. Έθεσε τις συνδικαλιστικές ελευθερίες υπό την αίρεση της μη παρεμπόδισης της εσωτερικής αγοράς και έστρωσε το δρόμο για τη δικαστικοποίηση των ευρωπαϊκών εργατικών αγώνων, εκθέτοντας τα συνδικάτα στον κίνδυνο αγωγών αποζημίωσης. Λόγω της δυσκολίας πρόβλεψης του κατά πόσο μια κινητοποίηση ή απεργία θα μπορούσε να κηρυχθεί παράνομη, τα σουηδικά συνδικάτα είναι έκτοτε πολύ πιο επιφυλακτικά στο να απαιτούν συλλογική σύμβαση. Γενικότερα, απειλείται ευθέως το κοινωνικό μοντέλο χωρών όπως η Σουηδία και η Δανία, αλλά και η Γερμανία, όπου μεγάλο ποσοστό των μισθών αποτελούν αντικείμενο κλαδικής διαπραγμάτευσης και ευθύνη των συνδικάτων. Και αν μερικά από τα ισχυρότερα συνδικάτα στην Ευρώπη, τα σκανδιναβικά, δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των μελών τους, αυτό δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστους τους εργατικούς αγώνες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η απόδειξη ήρθε λίγους μήνες μετά, όταν η British Airways χρησιμοποίησε τη νομολογία Βίκιγκ-Λαβάλ για να αποτρέψει το συνδικάτο και την επαγγελματική ένωση των πιλότων και μηχανικών αεροσκαφών να προχωρήσει σε απεργία ενάντια στην επιδείνωση των συνθηκών εργασίας από τη σχεδιαζόμενη ίδρυση θυγατρικών της εταιρίας σε άλλες χώρες της ΕΕ. Η εταιρία αποφάσισε να ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα, καθώς και αποζημίωση ύψους 100 εκατομμυρίων λιρών για κάθε ημέρα απεργίας, που ισοδυναμούσε με απειλή χρεωκοπίας για τα συνδικάτα. Ως αποτέλεσμα, οι κινητοποιήσεις αναστάλθηκαν.

ΙΙΙ. Η επιβεβαίωση της αντιεργατικής εκτροπής: ο Κανονισμός Μόντι ΙΙ

Η νομολογία Βίκιγκ-Λαβάλ, που επιβεβαιώθηκε και με άλλες αποφάσεις του ΔΕΕ, προκάλεσε εύλογα την ανησυχία ακόμα και αυτών των γραφειοκρατικών συνδικαλιστών ηγεσιών στην Ευρώπη για την τύχη των εργατικών δικαιωμάτων και αγώνων. Για να καθησυχάσει αυτά τα ρίγη, αλλά κυρίως για να εξασφαλίσει τη στήριξη των σοσιαλδημοκρατών για την επανεκλογή του, ο Ζοζέ Μπαρόζο υποσχέθηκε το 2009 στο Ευρωκοινοβούλιο ότι θα πάρει μέτρα για να προστατεύσει τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, μεταξύ αυτών και το δικαίωμα της απεργίας[7].

Aνέθεσε λοιπόν στο Μάριο Μόντι, τραπεζίτη της Goldman Sachs και νυν πρωθυπουργό της Ιταλίας, ως εξωτερικό εμπειρογνώμονα, να ερευνήσει το πώς θα μπορέσει η ΕΕ να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τις δυνατότητες που προσφέρει η εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβάνοντας και τη σχέση της με τις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Ο Μόντι κατέθεσε το Μάιο του 2010 τις προτάσεις του, που περιλάμβαναν την υιοθέτηση ενός  νέου Κανονισμού κατά το πρότυπο του λεγόμενου Κανονισμού Μόντι Ι, που είχε ο ίδιος περάσει όταν ήταν Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς.  Ο νέος Κανονισμός, όπως ο προηγούμενος, θα «αποσαφήνιζε» τη σχέση ανάμεσα στο δικαίωμα της απεργίας και συλλογικής δράσης με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς, κατατάσσοντας θεμελιώδη δικαιώματα μεταξύ των εμποδίων στην ολοκλήρωση της αγοράς και ασκώντας πίεση στα Κράτη Μέλη για να τα εξαλείψουν.

Τελικά τον περασμένο Μάρτιο η Κομισιόν εξέδωσε την πρόταση για τον Κανονισμό Μόντι ΙΙ. Αντί να βάλει τέλος στις εκτροπές του ΔΕΕ, και το τεστ της «αναλογικότητας», απλά τις επισφραγίζει. Ανοίγει έτσι την Κερκόπορτα για μια άνευ προηγουμένου απογύμνωση του δικαιώματος της απεργίας από κάθε δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικής πίεσης. Το άρθρο 2 παρα. 1, περιέχει ένα απαράδεκτο «ίξεις αφίξεις» της σχέσης θεμελιωδών δικαιωμάτων, όχι μόνο του συνεταιρίζεσθαι αλλά θεωρητικά ακόμη και της ζωής, με την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Δείχνει έτσι η Κομισιόν σε πόση εκτίμηση έχει και το νεόκοπο Χάρτη της ΕΕ, ο οποίος ρητά προστατεύει το δικαίωμα της απεργίας (άρθρο 28). Επιπλέον, κάνει σαν να έχει εφεύρει τον τροχό, παραλείποντας κάθε αναφορά σε άλλους διεθνείς οργανισμούς και κείμενα προστασίας ανθρωπίνων, και εργασιακών, δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, δικλείδες ασφαλείας στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας προβλέπονται τόσο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)[8], στην οποία υποτίθεται ότι η ΕΕ ετοιμάζεται να προσχωρήσει, όσο και των Συνθηκών του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ΔΟΕ), από τις οποίες δεσμεύονται όλα τα Κράτη Μέλη της ΕΕ. Τέτοιες δικλίδες απαιτούν φυσικά ένα βαθμό ασφάλειας δικαίου, και περιλαμβάνουν έναν έλεγχο καταχρηστικότητας σε περιπτώσεις όπως επείγουσα εθνική κατάσταση, αναγκαίo μίνιμουμ παροχής κάποιας δημόσιας υπηρεσίας, ή αποφυγή ανεπανόρθωτων και εντελώς δυσανάλογων ζημιών για τρίτους, αλλά φυσικά όχι την ελευθερία του επιχειρείν και του κερδοφορείν. Η Κομισιόν όχι μόνο τις αποσιωπά, αλλά αντιστρέφει και το συλλογσμό, σε πλήρη αντίθεση με τη νομική φύση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: αντί για τον περιορισμό, θα πρέπει να δικαιολογείται η άσκησή τους! Ο όρος «αναλογικότητα» απαλείφθηκε τελικά στο κυρίως κείμενο αλλά παραμένει στις αιτιολογικές σκέψεις, ενώ η ιδέα της τήρησης ενός αόριστα αναγκαίου μέτρου, προκειμένου οι συλλογικές δράσεις να είναι σύννομες, συνάγεται ευθέως από την ουσία των διατάξεων. Τα δικαστήρια έχουν την τελική εξουσία κρίσης της σκοπιμότητας, και εν τέλει νομιμότητας, μιας απεργίας, ενώ τα συνδικάτα μένουν εκτεθειμένα σε απειλές αποζημιώσεων. Το προσχέδιο του Κανονισμού που είχε διαρρεύσει το Γενάρη προέβλεπε ότι οι απεργίες που έχουν συνέπειες μόνο σε εθνικό επίπεδο εξαιρούνταν κατ’αρχήν από το πεδίο του Κανονισμού, καθώς δεν επηρεάζουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Μετά όμως από την αντίδραση της Ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας εργοδοτικών οργανώσεων, της Βusinesseurope, η διάταξη αυτή αποσύρθηκε στο τελικό κείμενο, κι έτσι όλες οι απεργίες θα μπαίνουν στο μύλο της ΕΕ. Τέλος, τα Κράτη, ως ρουφιάνοι της ΕΕ, υποχρεώνονται να ενημερώνουν, και προληπτικά, τα άλλα Κράτη και την Κομισιόν για τυχόν περιστατικά και δράσεις που μπορούν να βλάψουν την εσωτερική αγορά (βλ. το κεφάλαιο) ή το σύστημα εργασιακών σχέσεων (βλ. τη συμπίεση των μισθών), ή να προκαλέσουν κοινωνική αναταραχή (βλ. εργατικούς αγώνες) σε άλλα Κράτη.

Συνδικαλιστές στη Δυτική Ευρώπη ετοιμάζονται για νομικές προσφυγές σε περίπτωση υιοθέτησης του Κανονισμού για παραβίαση τόσο της συνθήκης του ΔΟΕ όσο και της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.  Άλλωστε η αντίθεση της νομολογίας Βίκιγκ-Λαβάλ στη Συνθήκη Νο 87 του ΔΟΕ για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι έχει ήδη διαπιστωθεί από την Επιτροπή Εμπειρογνωμώνων του ΔΟΕ, ένα από τα εποπτικά σώματα του οργανισμού, όταν το 2010, το συνδικάτο των πιλότων της British Airways προσέφυγε κατά του Ηνωμένου Βασιλείου για τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν.

Βέβαια, η υιοθέτηση του Κανονισμού δεν θεωρείται δεδομένη, καθώς η Κομισιόν επέλεξε να υποβάλει την πρόταση όχι ως μέτρο κοινωνικής πολιτικής, αλλά τη στήριξε σε μια νομική βάση-μπαλαντέρ που δεν αφήνει στο Ευρωκοινοβούλιο καμία δυνατότητα τροποποίησης της, πέρα από ένα ναι ή ένα όχι, και απαιτεί ομοφωνία στο Συμβούλιο – που θα ‘ναι μάλλον δύσκολο να επιτευχθεί δεδομένων των ενστάσεων των σκανδιναβικών χωρών. Θα ‘λεγε έτσι κανείς ότι ο Μπαρόζο ήθελε απλά να βγει από την υποχρέωση… Ακόμα όμως και αν ο Μόντι ΙΙ δεν έχει αίσιο τέλος, η πρόταση δείχνει σε κάθε περίπτωση το δρόμο και στρώνει το διάβα για μελλοντικές επιθέσεις…

Τη στιγμή που οι ευρωπαϊκές Συνθήκες φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, δίνοντας ανώτατη νομική ισχύ σε όρους εξοντωτικής δημοσιονομικής λιτότητας, η ΕΕ αρνείται να επιβεβαιώσει την ανώτατη ισχύ εθνικά και διεθνώς κατοχυρωμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Υποτίθεται συζητάει την (αμφισβητούμενη) καθιέρωση ευρωπαϊκού κατώτατου μισθού, και από την άλλη συντονίζει την καταστολή των αγώνων, νομοθετικά και πρακτικά. Καταδεικνύεται και πάλι πόσο μακριά είναι η ΕΕ από το όνειρο της ευρωπαϊκής οικογένειας που υποσχέθηκαν οι εθνικές ελίτ στους λαούς τους για να τους παρασύρουν στο εγχείρημά τους. Οι Σκανδιναβοί εργαζόμενοι άκουγαν ότι δεν θα πειραχτεί το κοινωνικό τους κράτος και τα συστήματα εργασιακών σχέσεων. Στο Νότο πάλι, το όνειρο ενός κοινωνικού κράτους στα πρότυπα του αναπτυγμένου Βορρά, μαζί με τη φαινάκη ευημερίας  των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ύπνωσαν τους εργαζόμενους. Ενώ στα ανατολικά κράτη, το δικαίωμα της απεργίας χρησιμοποιήθηκε ως εφαλτήριο σάλπισμα για την είσοδο στον εργασιακό παράδεισο της Ευρώπης.  Αντίθετα με τις υποσχέσεις, οι δυο αποφάσεις σταθμοί του Δικαστηρίου Βίκιγκ και Λαβάλ επιτίθενται ακριβώς σε σκανδιναβικά συνδικάτα, ενώ οι εργαζόμενοι στο Νότο οι οποίοι ξυπνούν τώρα στον εφιάλτη των Μνημονίων που ανοιχτά θέλουν να τους βάλουν σε ανταγωνισμό με τους λαούς της ανατολικής Ευρώπης για το ποιος θα ρίξει περισσότερο τους μισθούς του και θα δεχθεί πιο αγόγγυστα την εργασιακή σκλαβιά.

Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, η υπεράσπιση του δικαιώματος της απεργίας και των συλλογικών συμβάσεων ενάντια στα σχέδια επίθεσης της ΕΕ μπορεί να γίνει μια πλατφόρμα κοινής δράσης μαχόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων σε όλη την ήπειρο.


[1] Υπόθεση C-265/95 Επιτροπή κατά Γαλλίας, 09/12/1997

[2] Με βάση αυτόν το διάλογο, αν η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και η ένωση ευρωπαίων εργοδοτών (BusinessEurope) συμφωνούσαν σε μια νομοθετική πρόταση μπορούσαν να την υποβάλουν κατευθείαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για έγκριση.

[3] Οι ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι δεν έχουν καταφέρει να καταθέσουν καμία κοινή νομοθετική πρόταση παρά μόνο κάποιες καμπάνιες με οφέλη κυρίως για τους εργοδότες, όπως για τη μερική απασχόληση.

[5] Υπόθεση C-438/05, The International Transport Workers’ Federation and The Finnish Seamen’s Union v Viking Line ABP and OÜ Viking Line Eesti, 11/12/2007

[6] C-341/05 Laval un Partneri Ltd v Svenska Byggnadsarbetareförbundet, Svenska Byggnadsarbetareförbundets avd. 1, Byggettan, Svenska Elektrikerförbundet, 18/12/2007

[8] Ερμηνεύοντας το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο του Στραβσούργου αποφάνθηκε ότι η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνει το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων αλλά και το δικαίωμα της απεργίας (βλ. Enerji Yapi-Yol Sen v Turkey (2009), Demir and Baykara v Turkey [2008] ECHR 1345)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: