Γιατί δεν χρειάζεται να είσαι κομμουνιστής για να σέβεσαι τον υπαρκτό σοσιαλισμό I

22 Μαρ.

Μπορούμε, με σχετική ασφάλεια, να πιστώσουμε τον γάλλο φιλόσοφο Μισέλ ντε Μονταίν (1533-1592) με μια σημαντική ανακάλυψη που εν σπέρματι υπήρχε ήδη στο έργο της «προ-επιστημονικής» ιστορίας του Ηρόδοτου: την ανακάλυψη ότι το να στοχάζεσαι πάνω σε έναν πολιτισμό ριζικά διαφορετικό από τον δικό σου αποτελεί ένα καλό τρόπο του να στοχάζεσαι κριτικά πάνω στον δικό σου πολιτισμό, μιας και αυτός, όντας υπερβολικά οικείος, διαφεύγει του κριτικού αναστοχασμού για τον εαυτό του, για τις δικές του στρεβλώσεις ή παρανοήσεις. Από τότε που ο Μονταίν έγραψε το «Περί κανιβάλων», εξαίροντας την συγκριτική αθωότητα και ηθική ανθρώπων που οι Ευρωπαίοι έβλεπαν ως τέρατα κατ’ αντίστιξη με τα αδήλωτα και σκανδαλισμένα τέρατα, δηλαδή τους ίδιους τους Ευρωπαίους, έχουν περάσει αρκετοί αιώνες· τόσοι που αυτού του είδους η προμαρξιστική, κριτικά ανθρωπολογική και «ουμανιστική» χειρονομία να έχει η ίδια σχεδόν εξαφανιστεί από το πεδίο του διαθέσιμου λόγου για τον λεγόμενο «δυτικό πολιτισμό.»

Ο Μονταίν εκμεταλλεύτηκε λοιπόν την εξωτική ετερότητα των μη δυτικών κοινωνιών για να ανοίξει τον κριτικό ορίζοντα της δικής του κοινωνίας, για να ανοίξει την δική του κοινωνία στην αυτοκριτική, και συνεπώς στην «ωριμότητα» εκείνη που δυο αιώνες αργότερα ο Ιμάνουελ Καντ θα ταύτιζε με το πνεύμα του «Διαφωτισμού» ως εγχειρήματος. Φυσικά, μέχρι τον 19ο αιώνα, η ίδια η «εξωτική ετερότητα» είχε σχεδόν εξαλειφθεί από προσώπου γης, καθώς ο δυτικός άνθρωπος έφτανε και στην τελευταία γωνιά του πλανήτη, εγκαθίδρυε την θρησκεία, τα έθιμα και την οικονομία του, και οι τοπικοί πληθυσμοί, όσο «άγριοι» και αν ήταν, συρρικνώνονταν δραστικά γρήγορα, λόγω μιας σειράς καταστροφικών αιτιών: από την ενσυνείδητη γενοκτονία τους μέχρι την καταστροφή του περιβάλλοντος και του τρόπου ζωής τους, τον εκτοπισμό τους, ή, σπανιότερα, την φυλετική τους απορρόφηση και ενσωμάτωση. Γύρω στο 1917 όμως, έκανε την εμφάνισή του ένα νέο είδος «εξωτικής ετερότητας», το οποίο, αν και συνεπικουρήθηκε σε ό,τι αφορούσε τον εξωτισμό του από τη «μη δυτικότητα» των πληθυσμών που ενέπλεκε, ωστόσο δεν ήταν αποκλειστικά και μάλλον ούτε κυρίαρχα «φυλετικά» προσδιορίσιμο.

Μιλάω βέβαια για την ετερότητα που σηματοδότησε ο υπαρκτός σοσιαλισμός ως σύστημα, ως μοντέλο δόμησης της κοινωνίας, και ως καθημερινή εμπειρία. Όπως συμβαίνει συνήθως με την ριζική ετερότητα, η πρόσληψη του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Δύση μετεωρίστηκε ανάμεσα στην ενθουσιώδη εξιδανίκευση (ανάμεσα στους φορείς της αρκετοί που θα μεταμορφωνόταν γρήγορα σε εξίσου φανατικούς αντικομμουνιστές) και την υστερική δαιμονοποίηση. Το ότι, από την άλλη πλευρά, μια από τις διαστάσεις της φιλελεύθερης καπιταλιστικής πρόσληψης του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν έπαψε ποτέ να είναι αυτή της πρόσληψης μιας ανθρωπολογικού τύπου και εξωτικής ετερότητας, πιστοποιείται άνετα ακόμα και στις μέρες μας, πολύ μετά την κατάρρευση του βασικού του γεωπολιτικού πυρήνα: οι πρόσφατες δυτικές αντιδράσεις στις αντιδράσεις των Βορειοκορεατών στον θάνατο του ηγέτη τους παλινδρομούν ανάμεσα στη θεώρηση μιας ολόκληρης χώρας ως κάποιου είδους γιγαντιαίας και εκκεντρικής αίρεσης και στην αντίληψή της με όρους μιας σχεδόν μη ανθρώπινης ψυχοπαθολογικότητας (που αποκρύπτει πολύ παρόμοια φαινόμενα στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία). Όλα αυτά με κλασικό Οριενταλιστικό/αποικιακό στυλ, από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν το παραμικρό για τη γλώσσα, την ιστορία, τις πολιτικές εμπειρίες ή την κοσμοαντίληψη αυτών για τους οποίους διατυπώνουν θέσφατα και αξιώματα από χιλιόμετρα μακριά. Αλλά και σε ό,τι αφορά την Κίνα, την πρώην ΕΣΣΔ, και άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης ή ακόμα και την Κούβα, η κυρίαρχη πρόσληψη του υπαρκτού σοσιαλισμού σήμερα παλινδρομεί ανάμεσα στο θρίλερ των Γκούλαγκ και το ανώδυνο τουριστικό κιτς, όπου τα πορτραίτα του Λένιν ή του Μάο, ή άλλα σοσιαλιστικά μεμοραμπίλια όπως η αισθητική του κονστρουκτουβισμού ή τα πόστερ της Ρώσικης πρωτοπορίας ή της Πολιτισμικής Επανάστασης έχουν το ίδιο στάτους με γιρλάντες λουλουδιών από τη Χαβάη, μουσικά όργανα Μογγόλων ή βεντάλιες από τη Σεβίλη: αποτελούν απο-πολιτικοποιημένα, απο-ιστορικοποιημένα, «γραφικά» εμπορεύματα προς δυτική κατανάλωση, απομεινάρια της «μετά θάνατον» ζωής του υπαρκτού σοσιαλισμού ως του τελευταίου μεγάλου εξωτικισμού σε έναν κόσμο που μοιάζει να συρρικνώνεται καθημερινά σε μια χωρίς σύνορα ή τέλος Δύση.

Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της πρόσληψης είναι η απάρνηση, σε ό,τι αφορά το σοσιαλιστικό πείραμα, του ίδιου του στάτους του ως πειράματος: Με άλλα λόγια η άρνηση, ιστορική και πολιτική, ότι αυτό που έλαβε χώρα σε μια σειρά κρατών ήταν ένα ενσυνείδητο και συλλογικό εγχείρημα, το οποίο είχε κάποιες μεθολογικές αρχές, μια συγκεκριμένη και συγκροτημένη λογική, και συγκεκριμένους στόχους. Σκοπός των πειραμάτων στην επιστήμη δεν είναι απλώς να αποδείξουν μια υπόθεση εργασίας αλλά και να καταγραφούν σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματά τους έτσι ώστε, εάν αποτύχουν, να διαμορφώσουν νέα και πιο επιτυχημένα πειράματα. Σε ό,τι όμως αφορά τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», η προϊούσα αντίληψη είναι μάλλον αυτή του Δόκτωρος Φρανκενστάιν σε ό,τι αφορούσε το δικό του πείραμα: να καταστραφούν όλες οι σημειώσεις και τα αρχεία που οδήγησαν στο πείραμα, να απαλειφθούν όλα τα ντοκουμέντα που αφορούν την διαδικασία επιτέλεσής του, και, τέλος, να ξεχαστεί το αποτέλεσμα του πειράματος, και το «τέρας» να εξαλειφθεί, αν όχι από προσώπου γης, τουλάχιστον από την μνήμη της πειραματιζόμενης ανθρωπότητας. Ο Δρ. Φρανκενστάιν βέβαια δεν ήταν ακριβώς το πρότυπο του καλού και υπεύθυνου επιστήμονα, ούτε ακριβώς του έλλογου ανθρώπου, και η φρανκενσταϊνική μανία να εξαλειφθεί στην Ευρώπη το ίδιο το γεγονός ότι υπήρξε ποτέ υπαρκτός σοσιαλισμός παραπέμπει σε ανάλογα συμπεράσματα για την λογική και την επιστημονική φιλαλήθεια των φορέων της.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο πείραμα αυτό καθεαυτό, ή μάλλον σε μία και μόνο από τις ιδέες τις οποίες κλήθηκε να διερευνήσει και να εφαρμόσει για λογαριασμό αυτού που μας αρέσει να ονομάζουμε «κομμουνιστική υπόθεση», τόσο με την έννοια της «περιοχής μέριμνας» όσο και με αυτή του «επιστημολογικού στοιχήματος» του κομμουνισμού. Η ιδέα αυτή πρωτοεμφανίζεται στην ουσία πολύ νωρίς, στον νεαρό Μαρξ του «Για το εβραϊκό ζήτημα» και της Κριτικής στη Φιλοσοφία του δικαίου του Χέγκελ (και τα δύο το 1843), και είναι η εξής: ότι στο αστικό κράτος υπάρχει ένας συγκροτητικός για το ίδιο το κράτος διαχωρισμός μεταξύ «πολιτικής» και «οικονομίας», μεταξύ των σφαιρών στις οποίες λαμβάνουν χώρα αυτά τα δύο πράγματα, και, κατά συνέπεια, μεταξύ δύο διαφορετικών χειραφετητικών εγχειρημάτων. Ο νεαρός Μαρξ συμπέρανε λοιπόν πως η γαλλική επανάσταση, διακηρύσσοντας τα «Δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη» αφενός πιστοποιούσε αυτόν τον χωρισμό (άνθρωπος=οικονομικό ον, ον της «κοινωνίας των πολιτών», πολίτης=πολιτικό ον, ον της σφαίρας της πολιτικής), και αφετέρου εξασφάλιζε για τον άνθρωπο μια στενά πολιτική χειραφέτηση. Πιο συγκεκριμένα, οι αστικές επαναστάσεις έκαναν εφικτή, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, την πολιτική ισότητα των ανθρώπων, διότι έκαναν δυο πολύ βασικά πράγματα: καθολικοποιούσαν το δικαίωμα της ψήφου, ώστε, μετά από έναν με ενάμιση περίπου αιώνα περαιτέρω αγώνων να το έχουν όλοι οι σώοι τας φρένας ενήλικες, χωρίς να λογίζεται ως κριτήριο το αν έχουν ή όχι έγγαια περιουσία ή αν είναι άνδρες ή γυναίκες (σε αντίθεση με την αρχαία Αθήνα ή την ρεπουμπλικανική Αγγλία μετά την ήττα των ριζοσπαστών της παράταξης των Εξισωτών)· και καταργούσαν την σύμφυρση κράτους και εκκλησίας και την σύγχυση εξουσιών, φροντίζοντας για την κοσμικότητα του κράτους και για τον διαχωρισμό της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας.

Αυτά έκαναν οι περουκοφόροι αστοί στις δύο πλευρές του Ατλαντικού στο τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα. Και με τη σειρά τους, οι Μαρξιστές ρώτησαν και εξακολουθούν και σήμερα να ρωτούν: Δεν είναι αυτή η τελειοποίηση της πολιτικής ισότητας ως στόχου; Δεν είναι αυτό το μέγιστο που μπορεί να πετύχει μια αντίληψη της χειραφέτησης που δεν επεκτείνεται στην οικονομική ζωή; Υπάρχει έστω ένα πράγμα που να έκανε έκτοτε η αστική κοινωνία που να μπορεί να λογιστεί «πρόοδος» για την ανθρώπινη χειραφέτηση;

Αλλά αν συμφωνούμε –και δεν νομίζω πως χρειάζεται για να είμαστε Μαρξιστές για να συμφωνούμε!– ότι οι αστικές επαναστάσεις φέρουν πράγματι τις βάσεις για την τελειοποίηση της πολιτικής χειραφέτησης των ανθρώπων, τότε τι σημαίνει η σημερινή και πανθομολογούμενη δυσανεξία με την δημοκρατία που πιστοποιείται από κάθε λογής απόπειρες «επανεφεύρεσης», βασικά, του τροχού; Τι σημαίνει το γεγονός ότι το καθολικό δικαίωμα στην ψήφο, για παράδειγμα, απαξιώνεται καθημερινά ως ασήμαντο, όταν ο ίδιος ο Μαρξ του αφιερώνει ένθερμα επαναστατικά εγκώμια στην Κριτική της Φιλοσοφίας του δικαίου (η Πρωσία δεν είχε φτάσει ακόμα στην κατάκτησή του, βλέπετε); Τι σημαίνει το γεγονός ότι η «δημοκρατία» όχι μόνο δεν λογίζεται πια αρκετή, αλλά κρίνεται μάλλον ως ανύπαρκτη, εξαφανισμένη; Μήπως καταργήθηκε το οικουμενικό δικαίωμα στην ψηφοφορία; Μήπως καταργήθηκε η διάκριση των εξουσιών; Πώς γίνεται να στέκουν όρθιοι οι δύο βασικότεροι πυλώνες της πολιτικής χειραφέτησης στην νεωτερική εποχή, κι όμως οι άνθρωποι να νιώθουν πολιτικά (και όχι απλά οικονομικά) ανίσχυροι και ανελεύθεροι; Πώς γίνεται και γιατί γίνεται οι άνθρωποι να φτάσουν να εξυμνούν σήμερα, εν έτει 2012, την Αθηναϊκή δημοκρατία, που απέκλειε από την δημοκρατική διαδικασία γυναίκες, μέτοικους και δούλους, δηλαδή την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού; Πώς γίνεται να περιφρονεί και να απαξιώνει ο μέσος πολίτης το δικαίωμα στην κρυφή ψήφο και να εξυμνεί τα πεντάλεπτα στο κασόνι στις πλατείες, τα οποία, στο κάτω-κάτω, εξασφαλίζουν δυνητική επιρροή, ακόμα και υπό τις πιο διαφανείς συνθήκες, σε όσους έχουν το χάρισμα του λέγειν και της ρητορείας, αποκλείοντας αυτούς τους οποίους η μυστική κοινοβουλευτική ψήφος εξισώνει με όλους τους άλλους, δηλαδή τους λιγότερο προφορικά χαρισματικούς ή μορφωμένους;

Η σύντομη μαρξιστική απάντηση, και συνάμα, η ιδέα που θέλησε να εξερευνήσει το «πείραμα» περί ου ο λόγος, έχει βρει την παράδοξή της έκφραση σε μια Αμερικανιά: «it’s the economy, stupid!», ή, με τα λόγια του Κάρολου και όχι του Μπιλ, χωρίς οικονομική ισότητα η πολιτική ισότητα παραμένει «τυπική» και «αφηρημένη» ισότητα, και η πολιτική χειραφέτηση αναδεικνύεται ως μόνο πολιτική, κάνοντας την μεταμοντέρνα νοσταλγία για τη ζωτικότητα της δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα να φαίνεται διπλά μουχλιασμένη ως ιδέα, αφού, στο κάτω-κάτω, το πολίτευμα εκείνο δεν ήταν απλώς κολοβή δημοκρατία αλλά και, στην καλύτερη περίπτωση (όταν δεν εξέπιπτε σε τυραννία ή ολιγαρχία) δεν ήταν τίποτε άλλο από δημοκρατία, τίποτε άλλο από αυτό που έχουμε «τυπικά» (η λέξη-κλειδί!) και σήμερα, αλλά μας φαίνεται, άξαφνα, κενό νοήματος και ουσίας.

Θα προσπαθήσουμε να ολοκληρώσουμε σε μια δεύτερη ανάρτηση, αν και ίσως μας πάρει λίγο παραπάνω αυτή η κουβέντα.

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Γιατί δεν χρειάζεται να είσαι κομμουνιστής για να σέβεσαι τον υπαρκτό σοσιαλισμό I”

  1. Y Μαρτίου 30, 2012 στις 6:33 μμ #

    Θα κάνει κανείς κανά ποστ να φύγει αυτή η απαίσια φωτό από τη βιτρίνα μας?
    Εγώ δεν προλαβαίνω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: