Το φολκ της επανάστασης

24 Δεκ.

Έχουν πουλήσει περισσότερους από μισό εκατομμύριο δίσκους. Έκαναν ξανά δημοφιλή τα παραδοσιακά παρτιζάνικα ιταλικά τραγούδια. Τραγουδήσανε για την επανάσταση και ενάντια στη μαφία σε εποχές που και η λέξη ακόμα ήταν ταμπού. Πλέον απολαμβάνουν την αναγνώριση ενός ρόκ σταρ κρατώντας τους εαυτούς τους άθικτους και αυθεντικούς. Ένα αφιέρωμα στους Modena City Ramblers.



 Δεν είναι παρά ένα συνηθισμένο Σαββατιάτικό απόγευμα στην Περούτζια. Η αρχαία πόλη της Ουμβρίας, χτισμένη στη κορυφή ενός λόφου, δεσπόζει επιβλητική, κοιτώντας από ψηλά τον κάμπο, όπως ακριβώς εδώ και σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια, ενώ οι πάνω από τριάντα χιλιάδες φοιτητές γεμίζουν τα μικρά μεσαιωνικά στενάκια της.  Αυτό το απόγευμα η Περούτζια περιμένει να υποδεχτεί τους Modena City Ramblers αλλά τίποτα στη πόλη δε σε προετοιμάζει για αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει. Οι τοίχοι  δε φιλοξενούν ούτε μία αφίσα του live,  καμία διαφήμιση στο ραδιόφωνο, παρά μόνο στο site του club. Από μόνο του το όνομα της μπάντας είναι αρκετό για να γεμίσει ένα club όμως.

Είκοσι χρόνια τώρα, οι Modena έχουν φτιάξει το όνομα τους στην Ιταλία αλλά και έξω από αυτή. Έντεκα άλμπουμ, χιλιάδες πωλήσεις, συναυλίες με τον Manu Chao,  με τους Ska-P, τον Goran Bregovic και πολλούς ακόμα. Πως φαίνεται όμως η διαδρομη αυτή των 20 χρόνων στα μάτια των ίδιων; Πως μπορουν να παίζουν ακόμα με τόση ενέργεια;

“Σίγουρα  σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν έχουμε λίγο περισσότερα άσπρα μαλλιά” λέει ο Massimo Ghiacci, μπασίστας του γκρουπ, χαμογελώντας. “Όλα αυτά τα πράγματα όμως, όμορφα και άσχημα,  που μας ενέπνεαν και μας έδιναν ενέργεια να παίζουμε υπάρχουν και σήμερα, ακόμα και εδώ που μιλάμε και κάνουν αυτά τα χρόνια να φαίνοται λίγα. Από αυτή την άποψη μας φάινεται σαν να ξεκινήσαμε χτες. Από την άλλη μεριά έχουμε αποκτήσει πολλές εμπειρίες, έχουμε πετύχει πολλά, έχουμε διανύσει πολλά «χιλιόμετρα». Δεν αναφέρομαι στην εμπορική επιτυχία αλλά στην προσωπική ικανοποίηση που αντλείς όταν ο κόσμος αναγνωρίζει τη μουσική σου. Όλο αυτό είναι μια βαλίτσα αναμνήσεων και εμπειριών, που μας έχει κάνει πιο ώριμους  και με μεγαλύτερη επίγνωση των στοιχείων που έχουν σημαντική επίδραση στη μουσική μας.”

Μπορεί όμως μια μπάντα  με είκοσι χρόνια κοινής πορείας και με τόσες αλλαγές στη σύνθεση να κρατιέται ενωμένη; Τα περισσότερα μουσικά γκρουπ, ακόμα και αυτά που δημιουργικά έχουν ακόμα πόλλα να προσφέρουν, μετά από χρόνια εξωθούνται στη διάλυση, είτε αλλοτριωμένα από τα χρήματα είτε από τους τσακωμούς και τις έριδες. “Ξεκινήσαμε το ’91, επειδή είχαμε το ίδιο πάθος” λέει ο Roberto Zeno, ντράμερ της μπαντας, “είμαστε σαν αυτές τις ιστορίες αγάπης, με τους τσακωμούς, με τα πάνω μας, με τα κάτω μας, αλλά αυτό μας αρέσει. Μας αρέσει να τσακωνόμαστε και να τα ξαναβρίσκουμε σαν τους ερωτευμένους. Ακόμα και αυτό είναι όμορφο. Αυτό που μας κρατάει μαζί, είναι ότι δε πουλήσαμε ποτέ τη μουσική μας αν και μπορούμε να ζούμε από αυτή.”

Οι σύγχρονες αναγνώσεις της παραδοσιακής μουσικής έχουν δημιουργήσει καινούρια μουσικά κινήματα και νέες σκηνές. Η σκηνή της Βαρκελώνης με τους Ojos de Brujo, η Amparanoia, o  Manu Chao,  o  Beirut και οι Έλληνες Μάλαμας και Θανάσης Πακωνσταντίνου, οι Imam Baildi, η σύγχρονη βαλκανική μουσική. Η μουσική των Modena είναι ένα κομμάτι αυτού του πολύχρωμου παζλ. ”Εμείς ξεκινήσαμε τη  μουσική από την αγαπη μας για το φολκ” λέει ο Zenο. “Σιγά σιγά  τη «λερώσαμε», διευρύναμε τους μουσικούς μας ορίζοντες και προσθέσαμε διαφορετικά στοιχεία. Το ωραίο στη μουσική είναι να μπορείς να ανακατέψεις όλα αυτά τα στοιχεία και το αποτέλεσμα να παραμείνει καλό. Αυτό δε το λέω εγώ μόνο. Το λένε άνθρωποι πολύ πιο αναγνωρισμένοι από εμένα, όπως o Manu Chao, τον οποίο γνωρίσαμε κάποια χρόνια πριν και ο οποίος το καταφέρνει με πολύ μεγάλη επιτυχία. Τα όργανα όμως, οι ήχοι, του ιρλανδικού φολκ δεν εξαφανίστηκαν ποτέ από την μουσική μας. Ειδικά ο τελευταίος μας δίσκος είναι μια επιστροφή στις ρίζες.”

Η μουσική των Modena City Ramblers δε κουβαλάει μόνο τα χρώματα και τους ήχους της ιρλανδικής φολκ. Κουβαλάει και το περιεχόμενο της ιρλανδικής τραγουδοποιίας: “Την περίοδο που ξεκινήσαμε εμείς” εξηγεί ο Ghiacci, “στις αρχές της δεκαετίας του 90, η μουσική έτεινε προς τον ατομισμό, με τις μεγάλες συναυλίες σε στάδια και τους ροκ σταρ που τους αποθέωνε ο κόσμος.  Εμείς νιώσαμε την ανάγκη να ξαναβρούμε στη μουσική το τρόπο να γίνεις μέλος μια ομάδας, μιας κοινότητας και η ιρλανδική μουσική μας έδειξε το δρόμο, γιατί είναι μια παραδοσιακή  μουσική, που διηγείται την ιστορία αυτής της χώρας, και τις παραδόσεις του λαού της, που είναι ένας λαός μεταναστών, που έχει ζήσει τη κατοχή από ξένες δυνάμεις όπως εδώ στην Ιταλία, τη πείνα, τη φτώχεια. Ένα βασικό στοιχείο της Ιρλανδική μουσικής είναι τα επαναστατικά τραγούδια, τα “rebel songs”. Με κάποιο τρόπο, τα δικά μας τραγούδια μπορούσαν να μετατραπούν σε τραγούδια με στίχους στρατευμένους, πολιτικούς. Εμείς το είδαμε αυτό λίγο ρομαντικά μαζί και με άλλα στοιχεία όχι κατ’ανάγκη τόσο πολιτικά. Η ιδέα του ταξιδιού, τα οράματα,  οι άνθρωποι, η αγάπη, η φιλία. Μέχρι στιγμής αυτά τα στοιχεία γεμίζουν τα τραγούδια μας.  Όμως οι στίχοι μας μένουνε μακριά από τη ρητορική, ψάχνοντας να αντιμετωπίσουμε θέματα -ακόμα πιο προκλητικά- με ένα τρόπο που το κείμενο δε θα υποκύπτει στο σλόγκαν. Οι δικοί μας στίχοι σε σύγκριση και με άλλους πιο μαχητικούς ιταλικούς στίχους, δε λέω οτι οι δικοί μας είναι λιγότερο έντονοι, απλά αντιμετωπίζουμε τις καταστάσεις με ένα τρόπο πιο ποιητικό, όσο αυτο είναι δυνατό.”

Δεν είναι μόνο η Ιρλανδική μουσική παράδοση που εμπεριέχει τόσο έντονα τον πολιτικό στίχο. Η ιταλική μουσική σκηνή από τα παρτιζάνικα τραγούδι , μέχρι τους CCCP Fedeli alla linea και τους σημερινούς Soviet Soviet έχει να αναδειξει τόσα πολλά τραγούδια με ανατρεπτικό στίχο. Η Modena είναι ένα αντιπροσωπευτικό μόνο δείγμα αυτής της σκηνής. Όμως αυτή η μουσική έκφραση δε βρίσκει δίεξοδο σήμερα τονίζει ο Ghiacci: “Σήμερα στην Ιταλία δεν υπάρχει πολιτική μουσική σκηνή. Υπάρχει μεγάλη αποσύνθεση. Υπάρχει ένας κύκλος από club που εμείς ευτυχώς καταφέρνουμε και αποφεύγουμε, που με τη σειρά τους όμως αφήνουν απέξω κάποια από τη μουσική πραγματικότητα, μπάντες δηλαδή όπως οι banda bassotti. Εμείς από αυτή την άποψη  είμαστε περισσότερο «αστοί». Bέβαια όλα αυτα τα χρόνια έχουμε περάσει πολές καταστάσεις, πραγματικά διαφορετικές, και έχουμε παίξει σε περιβάλλοντα πολύ διαφορετικά. Σε χώρους που ελέγχοταν από τη μαφία, σε κλαμπ, σε πλατείες. Για να μπορείς όμως να μιλήσεις για μία σκηνή, θα πρέπει να μιλάς για το ίδιο περιβάλλον και αυτό το  πράγμα δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει πιστεύω. Η ιταλική πολιτική μουσική στη δεκαετία του 70 είναι μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική, φτιαγμένη από ανθρώπους που έγραφαν στίχους και μουσική με ένα τρόπο πολύ μακριά από τον δικό μας.”

Massimo Ghiacci

“Υπάρχει όμως μια διεθνής σκηνή”, συνεχίζει με έναν πιο αισιόδοξο τόνο, “που ξεκινάει από τους πιο γνωστούς, τον Manu Chao, τους SKA-P και φτάνει μέχρι πιο μικρές μπάντες οι οποίες έχουν η καθεμία τις ιδιαιτερότητές και τις διαφορές της. Τέτοια μπάντα είναι  οι Bandista από τη Τουρκία, με τους οποίους παίξαμε στην Αθήνα και προέρχονται από τον πολύ αριστερό χώρο, σχεδόν αναρχικοί και παρότι μιλάμε δυο διαφορετικές γλώσσες βρήκαμε αμέσως μια ισορροπία. Κυρίως όμως οι Pogues πού είναι ένα ιρλανδικό γκρούπ το οποίο εμέις αντιγράψαμε στο ξεκίνημά μας, ακόμα και ως σύνθεση και σαν μουσική. Είμαστε πολύ κοντά ακόμα και από την άποψη οτι και οι δυο τραγουδάμε πολιτικά τραγούδια. Δε λέω οτι είναι ίδια, γιατί εκείνοι ζουν την ιρλανιδκή πραγματικότητα την ιρλαδοαγγλική συγκρουση, τη φτώχεια και τη μετανάστευση.  Παρόλαυτα ακόμα τραγουδάνε μπαλάντες για την αγάπη ετσι κι εμείς έχουμε δυο ψυχές οι οποίες συζούν. Υπάρχει βέβαια και ο BoB Dylan, ο Goran Bregovic με τον οποίο έχουμε συνεργαστεί”.

Δεν είναι μόνο η διεθνής μουσική σκηνή που συγκινεί τους Modena. Αγαπάνε τη μουσική της χώρας τους και το έχουν δείξει επανειλημένως στηρίζοντας καινούριες ιταλικές μπάντες. Ο ίδιος ο Ghiacci δουλεύει ως ραδιοφωνικός παραγωγός  στο σταθμό K-Rock και του αρέσει να ψάχνει τη μουσική της Ιταλίας και όχι μόνο: “Aκούμε πολλά συγκροτήματα. Από τους Bandabardo που είναι ενα γκρουπ ιταλικό πολύ κοντά σε εμάς, τους casa del veto, ένα γκρουπ από την Τοσκάνη, οι Nuju, που είναι γκουπ από την Καλαβρία, οι οποίοι έχουν κάνει δύο δίσκους και κατα την άποψή μας έιναι πολύ καλοί και ενδιαφέροντες, πολύ μεσογειακοί. Στο παρελθόν, έχουμε παίξει πολλές φορές με τους al darawish, ενα γκρουπ παιδιών από την  Πούλια, με ένα τραγουδιστή Παλαιστίνιο, και έναν Έλληνα που έπαιζε φυσαρμόνικα, το Στράτο Διαμάντη, μια μπαντα που δυστυχως έχει διαλυθεί. Yπάρχουν πολλά άλλα ιταλικά συγκροτήματα αρκετά ενδιαφέροντα. Ειδικά στην νότιο Ιταλία,  υπάρχει μια μεγάλη μουσική παράδοση που σχετίζεται με τη μουσική της ταραντέλας και της ταράντας και για εμας αυτές οι παραδόσεις, η παραδοσιακή μουσική που προέρχεται από το λαό και που έχει γεννηθεί στα νότια είναι πολύ σημαντική και έχει χαθεί με τα χρόνια.”

Οι Modena τραγουδάνε την επανάσταση, σε μια χώρα που δεν υπάρχει επαναστατικό κόμμα.  Έχοντας γνωρίσει δίαφορες συνθήκες, η αριστερά της Ιταλίας μοιάζει αποσαθρωμένη και αποπροσανατολισμένη παρά τη μεγάλη παράδοση που έχει στη χώρα αυτή. Στην απέναντι όχθη η δεξιά, παρά την πρακτική της χρεωκοπία, πολιτικά είναι κυρίαρχη. Σε πολλές πόλεις της Ιταλίας, ειδικά στο βορρά, υπάρχουν έντονα φαινόμενα ρατσιστικής βίας, με αποκορύφωμα, τις δολοφονίες δύο Σενεγαλέζων από ένα περιφερειακό μέλος  της φασιστικής οργάνωσης Casa Pound, περιστατικό που συνέβη τέσσερις μέρες πριν τη συναυλία.  “Θα σας πω μία ιστορία για δύο φίλους” λέει ο Davide Morandi, τραγουδιστής του γκρουπ, προλογίζοντας το τραγούδι «S’ciòp e picòun» από το τελευταίο δίσκο, κατά τη διάρκεια της συναυλίας.  Ένα τραγούδι γραμμένο στην  τοπική Εμιλιανή διάλεκτο της Modena. «Αυτοί οι δύο φίλοι, αγώνιστηκαν στα βουνά για την ελευθερία, αντιστάθηκαν αλλά έφυγαν μετανάστες. Αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ιταλία και να πάνε να ζήσουν σε μια άλλη χώρα για να δουλέψουν στα ορυχεία. Και αυτό πρέπει να το έχουμε στο μυαλό μας στο πως υποδεχόμαστε τους ανθρώπους από ξένες χώρες στη δική μας” Πριν ξεκινήσει το κομμάτι, σε αυτή την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα (την ίδια μέρα στην Φλωρεντία έγινε διαδήλωση είκοσι χιλιάδων ανθρώπων, γεγονός πρωτόγνωρο για την πόλη, κατά του ρατσισμού) ο κόσμος φωνάζει  ξανά και ξανά: “Siamo tutti anti-faschisti” (είμαστε όλοι αντιφασίστες). Η μουσική ιστορία του S’ciòp e picòun τελειώνει και ο Morandi εξηγεί: “τελικά αυτοί οι δύο φίλοι νίκησαν και κατάφεραν να κάνουν την Ιταλία ελεύθερη και τώρα σ’αυτή ζουν λευκοί, μαύροι, κίτρινοι όλοι οι λαοί“ συνδέοντας εκπληκτικά τον αγώνα για την ελευθερία με την ανάγκη να ζουν οι άνθρωποι αρμονικά και χωρίς  μίσος.

Όμως η Ιταλία βιώνει μια κρίση παρόμοια με αυτή που ζει η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός. “Στην Ιταλία η κατάσταση είναι πάρα πολύ περίπλοκη, δεν είναι εύκολο να την εξηγήσεις. Στην πραγματικότητα, η παρούσα κυβέρνηση, συνεχίζει να διευκολύνει συγκεκριμένες κάστες, όπως ακριβώς και η τελευταία κυβέρνηση, η οποία μας έφερε σε αυτό το σημείο” λέει ο Bruno. “Η FIAT για παράδειγμα” προσθέτει ο Ghiacci, “είναι μια εταιρεία που για σχεδον σαράντα χρόνια βοηθήθηκε από την κυβέρνηση, επιδοτήθηκε με χρήματα του ιταλικού λαού, γιατί παρόλα αυτά είχε πολλούς εργαζόμενους, εκατομμυρια εργαζόμενους, και οπότε για να σώσει αυτόυς, έκανε χάρες στην ιδοκτησία της εταιρείας και τώρα η εταιρεία κλείνει τα εργοστάσια και τα μεταφέρει στη Σερβία ή σε άλλες περιοχές με τη κάλυψη της κυβέρνησης. Αν αυτό είναι παγκοσμιοποίηση, εγώ προτιμώ τα σύνορα. Γιατί αν ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος ισχύει μόνο για τους κυρίαρχους, για να μπορούν να μεταφέρουν τις «μπιζνες» τους από το ένα μέρος στο άλλο, τότε πάντα θα υπάρχει κάποιος που πληρώνεται λιγότερο από εμένα και θα παράγει το ίδιο με μικρότερο κόστος. Και στο τέλος θα φτωχαίνουμε όλο και περισσότερο.”

Ποιο είνα το μέλλον μια μπάντας που είναι τόσα χρόνια στο προσκήνιο; Τι έχουν ακόμα να δώσουν δημιουργικά; “Να σταματήσουμε; Θα αστειέυεσαι, Ξέρεις σε τι ηλικία βγαίνεις πλέον στη σύνταξη στην Ιταλία;” λέει ο Bruno γελώντας δυνατά. O Ghiacci  όμως το αντιμετωπίζει πιο σόβαρα: “Εκτός από την πλάκα, σαν γκρούπ έγώ θα νιώθω προνομιούχος, αν μπορέσω να συνεχίσω να κάνω τη ζωη που έκανα τα τελευτάια 15 χρόνια. Καλλιτεχνικά, έχουμε πολλά σχέδια. Ένα θεατρικό το οποίο έχουμε ηδη ξεκινησει να μελετάμε, το οποίο μιλάει για τα τελευταία 50 χρόνια της Ιταλίας, από τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο μέχρι σήμερα και το οποίο έχει φτιαχτεί από δικά μας τραγούδια. Έπειτα, έχουμε, ελπίζουμε δηλαδή ότι έχουμε, πολλά άλλα τραγούδια και δίσκους να γράψουμε. Τα παιδιά που γενιούνται σήμερα, ας ελπίσουμε οτι σε 20 χρόνια από τώρα, θα παίζουν τα δικά μας τραγούδια σε κάποια συναυλία.” Και ο Bruno προσθέτει: “οταν δε θα  υπάρχει έστω και ένας που θα ακούει και θα παίζει τα τραγούδια μας,τότε μπορείτε να μας βάλετε στο μουσείο. Όταν δε θα υπάρχει κανένας να μας ακούει, σημαίνει οτι κάτι έχει συμβεί. Στις συναυλίες μας εμείς μοιραζόμαστε αυτά που νοιώθουμε, αυτά που πιστεύουμε. Δεν είμαστε απλά ένα γκρουπ που φτιάχνει τραγουδάκια.”

Από τη δημιουργία τους μέχρι και τώρα, είκοσι χρόνια μετά, οι Modena City ramblers, αντιλαμβάνονται τη μουσική και τη τέχνη ως ένα μέσο συλλογικής έκφρασης και επικοινωνίας. Aλλες μπάντες όταν μιλούν για το μέλλον ίσως βάζουν μπροστά τη προσωπική τους ανασφάλεια. Όχι όμως οι Modena City Ramblers, όχι ο Ghiacci: “Στη χώρα μας οπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, βρισκόμαστε στο έτος μηδέν. Θα υπάρχει λοιπόν, σίγουρα, κάποια αλλαγή. Η Ευρώπη, απο μουσικής άποψης, είναι ικανή να έχει διάφορες μουσικές πραγματικότητες που να έχουν να πούν κάτι στην καρδιά των ακροατών, τόσο στην Ιταλία όσο και σε άλλες χώρες. Την Ελλάδα, την Ισπανία. Γιατί ο ιταλικός λαός, τα τελευταία 30 χρόνια, έχει ζήσει πολλές καταστάσεις που ίσως άλλες χώρες δεν έχουν ζήσει. Πολιτικές αλλαγές, κοινωνικές αλλαγές, κοινωνικές πραγματικότητες, τη μαφία  -πάνω απ όλα στη Νότια Ιταλία αλλα γενικά και σε όλη τη χώρα- ένα θέμα πολύ σημαντικό. Όλα αυτά καθορίζουν και τη μουσική δημιουργία. Στο  μέλλον περιμένω μια μουσική αναγέννηση η οποία θα ξεπερνά τα ιταλικά σύνορα, γιατί γενικά θα υπάρξουν καταστάσεις που θα αφορούν όλη την Ευρώπη και όχι μόνο την Ιταλία.”

Όταν τελείωσε η συναυλία στην Περούτζια ήταν πλέον ξημέρωμα.  Καθόλου συνηθισμένο Κυριακάτικο ξημέρωμα. Και αν και οι Modena είχαν φύγει, o κόσμος είχε μείνει ακόμα εκεί, τραγουδώντας και χορεύοντας στους ρυθμούς των παλιών παρτιζάνικων τραγουδιών.


Advertisements

8 Σχόλια to “Το φολκ της επανάστασης”

  1. visk Δεκέμβριος 24, 2011 στις 12:18 μμ #

    Μια διόρθωση: το συγκρότημα από την Τουρκία λέγεται Bandista, όχι Mandista.

    Απολαύστε: http://www.tayfabandista.org/

  2. compassocap Δεκέμβριος 24, 2011 στις 12:25 μμ #

    σωστός

  3. RedPersonality Δεκέμβριος 24, 2011 στις 12:59 μμ #

    Ωραίοι οι Βandista!

  4. dropdown Δεκέμβριος 24, 2011 στις 3:08 μμ #

    Πολυ ωραια παρουσιαση compassocap.Πολυ ωραιες και οι φωτογραφιες που διαλεξες. Να σε ρωτησω, εκει που λενε «Αυτό που μας κρατάει μαζί, είναι ότι δε πουλήσαμε ποτέ τη μουσική μας αν και μπορούμε να ζούμε από αυτή.» μηπως καταλαβαινεις καλυτερα απο μενα τι εννοουνε?

  5. compassocap Δεκέμβριος 24, 2011 στις 3:20 μμ #

    @dropdown:

    Ίσως είναι δικιά μου ευθύνη ότι δε καταλαβαίνεις γιατί το συνέπτηξα λίγο. Τα παιδιά ήταν τρομεροί στη φιλοξενία και η συνέντευξη ολόκληρη κράτησε 40 λεπτά. Εννοώ δηλαδή ότι δε μας ξεπετάξαν. Αυτό όμως σημαίνει περίπου 7 σελίδες κείμενο.

    Είπαν λοιπόν επίσης πάνω στο θέμα αυτό, ότι δεν «υπακούσαν» ποτέ στις επιλογές των μανατζερς και των δισκογραφικών (δε το είπαν καθαρά αλλά το υποννόησαν). Εκάναν μουσική πάντα εκφράζοντας τους εαυτούς τους και τις ιδέες τους και αυτό είναι ένα από τα βασικά στοιχεία που τους κρατάει εννωμένους παρότι και αυτοί έχουν περάσει δυσκολίες στις σχέσεις τους σα συγκρότημα.

  6. compassocap Δεκέμβριος 24, 2011 στις 3:45 μμ #

    για το «αν και μπορούμε να ζούμε από αυτή», το αναφέρει γιατί παρότι δεν πούλησαν τη μουσική τους και δεν υπέκυψαν στις «πιέσεις». ήταν τυχεροί και κατάφερνα να βιοπορίζονται από αυτή. Αντίθετα με άλλες ιταλικές μπάντες (τους banda bassotti πχ) , που δεν έχουν την ίδια τύχη ενώ αξίζουν.

Trackbacks/Pingbacks

  1. Το τραγούδι της Παρασκευής: “Contessa – Modena City Ramblers” « Γκράνμα - Φεβρουαρίου 3, 2012

    […] City Ramblers website |  Η συνέντευξη που μας παραχώρησαν οι Modena City Ramblers στο live στη Περούτζια που τους […]

  2. το τραγούδι της Παρασκευής: (ραδιοφονικού τύπου) ανασκόπηση « Γκράνμα - Μαρτίου 9, 2012

    […] Machine | Asian Dub Foundation-This Land Is Not For sale | Coldcut&Hexstatic-Timber ] η συνέντευξη των Modena City Ramblers στο Γκράνμα Ευχαριστούμε πολύ τον Μιχάλη Παπαμακάριο […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: